Uncategorized

Reunion σχ. περίοδος 1981-1983

Έτσι ξαφνικά  σαν αεράκι που εισέβαλε από το ανοιχτό μου παράθυρο  και παρέσυρε όλα τα άχρηστα χαρτιά που συσσωρεύονταν πάνω στο γραφείο,  ορμητικό και ανάλαφρο,  που στο διάβα του αναποδογύρισε τις φωτογραφίες μαζί με τα μαγνητακια στο ψυγείο,  στροβιλίζοντας τις κουρτίνες  με μανία, καθαρίζοντας το μυαλό μου από τις σκέψεις που το τυραννούν, έτσι ξαφνικά,  μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια, ένα κάλεσμα. Μια ανάμνηση τώρα ,  που κάποτε ήταν για μας η μικρή και τρυφερή μας καθημερινότητα  τότε  όταν όλοι μαζί  συμμαθητές στο λύκειο δοκιμάζαμε εμπειρίες, μοιραζόμασταν  αλήθειες  και μυστικά,  σκαρώναμε φάρσες και αναμετρούσαμε τις δυνατότητες μας πότε κοντά και άλλοτε μακριά ο ένας από τον άλλον,  μαλώναμε για να βρεθούμε αγκαλιά στα επόμενα δέκα λεπτά,  όταν ο μοναδικός κώδικας που χρειαζόμασταν βρισκόταν μέσα στα μάτια μας και κανένας ξένος δεν μπορούσε να τον δει, ούτε και επιτρέπαμε σε έναν τρίτο να τον αποκωδικοποιήσει. Πως μας τραβάει τόσο μακριά από αυτά που κάποτε  βαθιά αγαπήσαμε  η ζωή? Με τι δύναμη επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ξεχάσει ότι πριν μας έδενε και μας κρατούσε σε έναν άνθρωπο , ή σε μια ομάδα ανθρώπων, που είχε κοινά χαρακτηριστικά  και όνειρα? Ζήσαμε μια ζωή σχεδόν χωριστά, τα μυστικά μας τα ξεχάσαμε,  νέα αυτιά αφουγκράστηκαν τις ανησυχίες και τις πίκρες μας. Μα σαν άρχισαν να χτυπάνε τα τηλέφωνα  όταν εμφανιζόμασταν ένας ένας σαν ξεχασμένοι από μάχη στρατιώτες , φωτογραφίες παλιές που ανασύρθηκαν από τα συρτάρια μας, τα κουτάκι της μνήμης όλων  μας ξανάνοιξε στην ίδια σελίδα. Το κάλεσμα έχει αρχίσει. Μιλάμε ώρες τώρα μεταξύ μας στα τηλέφωνα  τα social media έχουν πάρει φωτιά, οι γυναίκες που κάποτε ήταν μαθήτριες με σχολικές ποδιές, ξεχνάνε να φάνε,  τα παιδιά τους γκρινιάζουν κουλουριασμένα στα πόδια τους, ενώ εκείνες πληκτρολογούν με μανία  η μια στην άλλη  θυμούνται,  αναπολούν,  γελάνε σαν … Συνέχεια