Κλειδώσου, δεν περισσεύει κανείς!

Κλειδώσου, δεν περισσεύει κανείς!

gray-keys-1405724 (1)

 

Οκ, ρε φίλε, μην μένεις σπίτι. Πάρε στο χέρι τον καφέ σου, τα κλειδιά και το κινητό σου και ξαμολήσου σ’ αυτόν τον ήλιο που σου καίει τα σωθικά. Άραξε στο παγκάκι και στοχάσου φλερτάροντας με την άνοιξη, αυτή την ατίθαση πλανεύτρα που τρυπώνει στις φλέβες σου.  Ναι, το ξέρω πως είσαι μονάχα είκοσι ετών, δεν πρόλαβες ακόμα τίποτα να ζήσεις. Ξέρω πως τραντάζεται το αίμα σου. Ήμουν βλέπεις κι εγώ κάποτε στην ηλικία σου και δύσκολα κρατιόμουν μακριά από τη ζωή. Οι τοίχοι ξερνούσαν φίδια και οι παραινέσεις των γονιών μου ακούγονταν στριγκές, παράτονες.

Όχι, εγώ δεν πέρασα Covid 19, πέρασα Τσερνομπίλ. Ξέρω πως είναι, πίστεψέ με, μα άκουσέ με, γύρνα σπίτι. Γύρνα στο σπίτι σου και κλείδωσε την πόρτα. Κλείδωσε μέσα ό,τι αγαπάς. Ό,τι σε αγαπάει. Ό,τι σε νοιάζεται. Ό,τι τρέμεις να χάσεις. Ό,τι ανασαίνει στα όνειρά σου. Εκεί θα το γιατρέψεις. Εκεί θα το αναστήσεις, εκεί θα το σώσεις. Κλειδώσου, φίλε. Κλειδώσου για εκείνους που ακόμα δουλεύουν, που μετά βίας βρήκαν μια μάσκα κι ένα ζευγάρι γάντια να φορέσουν για να προφυλαχτούν. Κλειδώσου για τους φαρμακοποιούς, για τους ταχυδρόμους, για τους μεταφορείς, για τους ντελιβεράδες, για όλους εκείνους που δεν μπορούν παρά να βρίσκονται στην πρώτη θέση μάχης. Κλειδώσου, φίλε, δεν μας περισσεύει κανείς.

Εσύ παππού, με την τραγιάσκα και τα μάτια γεμάτα χαρακιές, κι εσύ έξω; Σωστά, γιατί να μείνεις σπίτι;  Σύρε να κάνεις μια προσευχή, να ανάψεις το κερί σου. Κι έπειτα γραμμή στην τράπεζα για τη σύνταξη. Στο φαρμακείο για τα χάπια της πίεσης, στη λαϊκή για τα πορτοκάλια της ανοσίας. Ξέρω, ξέρω και τη δική σου ιστορία. Στο είπα, είδα τις χαρακιές στα μάτια σου. Αναγνώρισα το παράσημο στο στήθος, την ουλή στο πόδι, την ακόρεστη πείνα της κατοχής. Δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Κουβαλάς ολόκληρος έναν πόλεμο. Μυρίζεις απώλειες και θλίψη. Τράβα στο καφενείο να μοιραστείς τον πόνο σου. Κι όταν κουραστείς, γύρνα  σπίτι και κλείδωσε τρεις φορές την πόρτα πίσω σου. Κλείδωσε μέσα τον εγωισμό σου. Την περηφάνια σου. Το παρελθόν σου. Κι αν δεν υπάρχει κανείς δίπλα σου για να μοιραστεί τη μοναξιά σου, κλειδώσου για εκείνους που κάποτε αγάπησες πολύ. Κλειδώσου για τους επόμενους, για όλους τους νέους που προσμένουν να ανθίσει κάτι καινούργιο αυτή την άνοιξη. Κλειδώσου για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που νυχθημερόν παλεύουν να σώσουν ό,τι μπορούν, με όσα μέσα έχουν ακόμα στη διάθεσή τους . Κλειδώσου για τους εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετ, για τις εγκύους, για τους ασθενείς με καρκίνο, με αυτοάνοσα. Κλειδώσου για τους απανταχού άστεγους που δεν έχουν σπίτι για να μείνουν.

Όχι, παππού, δεν ξέρω τι είναι κατοχή, δεν το έζησα. Ούτε και πόλεμο. Μα ζω ένα νέο είδος πολέμου που εσύ αλόγιστα αψηφάς. Και να το ξέρεις, όσο κι αν σε σέβομαι, τόσο σε φοβάμαι. Γιατί δεν έμαθες ποτέ σου να ζητάς βοήθεια. Γιατί δεν θέλησες ποτέ να αναλάβεις τις  ευθύνες σου. Σύρε και κλειδώσου, παππού. Ούτε εσύ μας περισσεύεις.

Τρεις φορές γύρνα το κλειδί. Μία δεν φτάνει για να σωθείς, ούτε να μας σώσει από εσένα. Τίποτα δεν αρκεί πια. Ούτε η άνοιξη είναι αρκετή. Ούτε ο ήλιος.

Τρεις φορές, παππού, μέτρα τη μια για τους νεκρούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s