Παγιδεύοντας μιαν άνοιξη

Παγιδεύοντας μιαν άνοιξη

pexels-photo-257360

Είναι η άνοιξη, λες. Αυτή φταίει. Σε τυραννούν οι νύχτες της. Ο κόσμος μικραίνει γύρω σου, σε πνίγει, όμως το άρωμα από το γιασεμί που σκαρφαλώνει ύπουλα στο παράθυρο σου, σε λυτρώνει.

Ποιος μπορεί να κοιμηθεί την άνοιξη; Εσύ πάντως, αδυνατείς. Κάθε φορά που γέρνεις το κεφάλι σου στο μαξιλάρι, οι σκέψεις ανοίγουν πανιά για το άπειρο και συ ταξιδεύεις ολομόναχος με  σπασμένη πυξίδα.

Ανοίγεις την πόρτα. Δραπετεύεις. Τα δέντρα του δρόμου σε καλωσορίζουν. Τα άνθη της κερασιάς καλύπτουν τη σκιά σου και γίνεσαι ένα με τη νύχτα. Εξαφανίζεσαι κάτω από το βάρος των αρωμάτων που κατακτούν σπιθαμή προς σπιθαμή το μυαλό σου.

Το σώμα σου ελευθερώνεται, καθώς η ανοιξιάτικη νύχτα τρυπώνει μέσα σου. Δεν υπάρχει χώρος πια να κρυφτείς, αφού σε έχει κυριεύσει και έτσι αφήνεσαι σαν χορτασμένο μωρό στα χέρια της.

Το πάρκο είναι έρημο. Μόνο κάποια αδέσποτα σκυλιά κοιμούνται στις φυλλωσιές. Άσπλαχνα παρατημένες ψυχές· πώς να αισθανθούν το βάρος της άνοιξης, όταν η ψυχή τους είναι ματωμένη από το βέλος της αδιαφορίας των ανθρώπων;

Ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου. Μπροστά σε μιαν ακακία στέκεται ένα μικρό αγόρι. Καθισμένο  με την πλάτη στο δέντρο, με το κεφάλι σκυμμένο. Τα ρούχα του μοιάζουν παλιά και βρώμικα και στα χέρια του κρατά ένα κλαδάκι γιασεμί.

Σηκώνει το κεφάλι του. Το φως της λάμπας φωτίζει το μισό του πρόσωπο κι εσύ ανακαλύπτεις δυο ασπρόμαυρα μάτια να σε κοιτούν. Το βλέμμα τους διαπερνά τον αμφιβληστροειδή σου, ταξιδεύει μέσα από τα οπτικά νεύρα και φτάνει στο κέντρο του εγκέφαλου σου. Νιώθεις ένα δυνατό τσίμπημα, σαν από κεντρί, να σε μουδιάζει και το μυαλό σου αδειάζει μονομιάς από τις μυρωδιές της άνοιξης.

Το αγόρι σου προτείνει διστακτικά το κλαδί που κρατά.

-Για σένα το έκοψα, ψιθυρίζει και στη φωνή του αναγνωρίζεις το τρέμουλο της νοσταλγίας.

Σαστίζεις. Απλώνεις μηχανικά το χέρι σου και το τραβάς αμέσως πίσω. Δειλιάζεις να το πλησιάσεις, μα είναι απλά ένα χαμένο παιδί, με μάτια που στάζουν λησμονιά.

-Τί γυρεύεις στο πάρκο μόνος σου τέτοια ώρα; Δεν ξέρεις ότι τα παιδιά δεν πρέπει να τριγυρνούν ασυνόδευτα το βράδυ; Ρωτάς και κάνεις ένα βήμα μπροστά.

Το αγόρι τεντώνει κι άλλο το χέρι του και συ ανοίγεις τη χούφτα σου. Το άγγιγμα του είναι κρύο, μα το γιασεμί είναι θερμό, από την επαφή με το δέρμα του.

-Θέλω να παγιδέψω την άνοιξη, λέει και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος του.

-Γιατί; Για ποιον λόγο να θέλει κάποιος να παγιδέψει κάτι τόσο εφήμερο;

Το αγόρι στρέφει το βλέμμα του στον ουρανό.

-Eσύ γιατί δεν κοιμάσαι; Επειδή δεν μπορείς ή μήπως δεν θέλεις; Οι άνθρωποι συχνά κάνουν πράγματα που δεν θέλουν, απλά για να μην ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους. Ή γιατί πρέπει. Δεν υπάρχει πρέπει όμως. Είναι μια λέξη που έχουμε σκαρφιστεί για να καλύψουμε τα κενά μας. Πες μου ότι πρέπει να προσπεράσω αυτή την εποχή, δίχως να μαγευτώ από τα χρώματα. Ότι πρέπει να σταματήσω να μετρώ τ’ άστρα. Ότι πρέπει να ονειρεύομαι μικρά όνειρα, ότι πρέπει να αγαπώ εκείνους που με βλάπτουν.

Κοίταξε με στα μάτια και πες μου ότι πρέπει να συγχωρώ το άδικο. Γι’ αυτό θέλω να παγιδέψω την άνοιξη. Γιατί η άνοιξη μοιάζει με τους ανθρώπους· δεν κρατά μνήμες.

Ανοίγεις τα μάτια σου. Σκοτάδι. Το άρωμα της νύχτας έχει ποτίσει το δωμάτιο.  Ονειρεύτηκες ένα σοφό αγόρι με ασπρόμαυρα μάτια.

Στην παλάμη σου κρατάς σφιχτά ένα κλαδάκι γιασεμί….

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s