Εκκρεμότητες

Εκκρεμότητες

 

Picture1

Εκκρεμότητες. Γράφεις, σβήνεις.

Μια λίστα που ανανεώνεται αδιάκοπα κι εσύ χαράζεις κόκκινα σύμβολα πάνω της.

Κολλημένα χαρτάκια στο ψυγείο και ένα σημειωματάριο με τσαλακωμένα φύλλα, βαθιά χωμένο μέσα στην τσάντα σου.

Προσθέτεις, αφαιρείς, τσεκάρεις. Με μανία.

ΕΝΦΙΑ, ΔΕΗ, ΟΤΕ, η δόση  της κάρτας, το φροντιστήριο του παιδιού, κοινόχρηστα, ένα παλιό εισιτήριο συναυλίας, αποδείξεις από το σούπερ μάρκετ.

Προχωρούν οι μέρες κι οι λίστες σου- κοίτα να δεις- πως θα περίμενα κάτι διαφορετικό, μακραίνουν, όπως το πρόσωπο σου όταν ξυπνάς.

Το νοίκι, ο μισθός, τα παπούτσια από τον τσαγκάρη. Να μην ξεχάσεις το δώρο για το γάμο του Τάκη, να θυμηθείς να περάσεις από τον λογιστή.

Ντύνεσαι στα βουβά. Το σώμα σου παίρνει το σχήμα της αδιαφορίας σου.

Μίζερη η ψυχή μου, αγκαλιάζει τα γόνατα μου κάτω από το πάπλωμα και παριστάνω την κοιμισμένη.

Στην κουζίνα κάνει κρύο. Ακόμα δεν μαζεύτηκαν τα λεφτά για την εγκατάσταση του φυσικού αερίου. Τί να σβήσεις από δω;

Κάνεις καφέ και σερβίρεις και σε μένα μια κούπα. Είναι καυτή και μου ζεσταίνει τα δάχτυλα.

Τα κόκκινα σημάδια στα χαρτάκια σου είναι  μουτζουρωμένα. Ο μικρός έχει ζωγραφίσει μια καρδιά και έναν ήλιο πάνω τους. Το παιδί έχει χιούμορ τελικά.

Τα φρύδια σου σμίγουν ελαφρά, μα αλλάζεις γρήγορα ύφος.

Σε κοιτάζω και μέσα στα μάτια σου βλέπω κάτι γνώριμο. Ναι, για μια στιγμή αναγνωρίζω την παλιά συνωμοσία, εκείνον τον κώδικα επικοινωνίας που από χρόνια είχα ξεχάσει.

-Τί θα χρειαστείς να σου φέρω απόψε; Η φωνή σου αιωρείται, σαν ξεκούρδιστο βιολί πάνω από τα άπλυτα πιάτα.

-Τίποτα, θα βολευτούμε με αυτά που έχουμε. Εκτός κι αν εσύ θέλεις κάτι ιδιαίτερο.

-Όπως νομίζεις. Να φέρω καμιά ταινία να δούμε;

-Όπως νομίζεις.

Με φιλάς πεταχτά στα χείλη και ακούω την πόρτα που κλείνει πίσω σου, σαν κανονιά στα αυτιά μου.

Ξυπνώ το παιδί κι ετοιμάζω το πρωινό του. Κάθεται  με θόρυβο πάνω στην καρέκλα και τα μαλλιά του είναι ανακατεμένα από τον ύπνο.

-Κάνε γρήγορα, θα αργήσεις.

-Δεν μου αρέσει αυτό το γάλα μαμά.

-Άλλα παιδιά δεν έχουν ούτε καν αυτό, μην είσαι αχάριστος.

Ακούω τη φωνή μου μα δεν αναγνωρίζω τα λόγια μου. Είναι η φωνή της μάνας μου αυτή που ακούω να μιλά με τη δική μου. Δεν μπορεί, δεν είναι δικές μου σκέψεις  αυτές που εξωτερικεύονται.

Με φιλά πεταχτά στο μάγουλο και χάνεται πίσω από την πόρτα.

Στο σπίτι χορεύει ξεδιάντροπα η απόλυτη σιωπή. Της επιτρέπω να το κατακτήσει. Να το χαρεί.

Βγαίνω στη βεράντα. Ένας χλωμός ήλιος με κοιτάζει και  σφίγγω τη ρόμπα πάνω μου.

Ο αέρας είναι παγωμένος και κρατιέμαι από την κουπαστή με τα χέρια μου. Τα αφήνω πάνω στα κρύα κάγκελα μέχρι να μουδιάσουν. Έχουν γίνει κόκκινα και πονούν. Τα μάγουλα μου τσούζουν και το δέρμα μου τραβάει από το τσουχτερό κρύο, μα εγώ στέκομαι ακόμα  κολλημένη πάνω τους, σαν άλλος  Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι. Μένω μέχρι να νιώσω το κορμί μου να μελανιάζει. Μέχρι να νιώσω ζωντανή.

Βαδίζω στο σαλόνι και κάθομαι στον καναπέ. Θέλω να μείνω εδώ, κουκουλωμένη μέσα στην κουβέρτα της ενοχής μου.

Δεν θέλω να ξέρω τι άφησα πίσω μου, δεν θέλω να ασχοληθώ άλλο με τις εκκρεμότητες μου.

Θα μείνω εδώ και θα αναλογίζομαι τις προτεραιότητες μου.

Θα κλέψω το κόκκινο στυλό σου και θα σχεδιάσω μικρές πεταλούδες στις λίστες σου. Στον ήλιο  θα βάλω μάτια και ένα πούρο και στην καρδιά θα γράψω το όνομα μου.

Κι ύστερα θα το εξαφανίσω. Θα το θάψω βαθιά μέσα στη γλάστρα με τη γαρδένια που θα παγώσει με τον βαρδάρη. Να πετρώσει κι αυτή, μαζί με τις μολυβιές σου.

Η βιβλιοθήκη χρειάζεται ξεσκόνισμα και το ταβάνι ξαράχνιασμα. Τι κλισέ! Πάλι η φωνή της μάνας μονολογεί, πίσω από τον φράκτη της λογικής μου.

Τα γράμματα σου έχουν κατακτήσει το χώρο. Είναι παντού, όπου κοιτάζω, γύρω μου, μέσα μου. Μαδημένα θέλω και υποταγμένα πρέπει. Καλουπωμένες οι ανάγκες μας, οριοθετημένες, σαν νάρκες θαμμένες, καραδοκούν να μας διαλύσουν.

Ολόκληρη η  ζωή μας απλωμένη μπουγάδα, σε σύρμα με κόκκινα μανταλάκια.

Στεγνή, στερημένη από φως και χρώμα. Άηχη. Ένα πλοίο φάντασμα που αρμενίζει ανάμεσα σε λευκούς χάρτες δίχως πυξίδα.

Ανταρσία!

Πηδώ από το πλοίο και στην πτώση μου παρασύρω το σύρμα σου.

Η μπουγάδα βουλιάζει μέσα στα κύματα και τα ρούχα βάφονται πολύχρωμα.

Τα μανταλάκια σπάζουν και οι εκκρεμότητες σου γίνονται τροφή, για τα πεινασμένα ψάρια του βυθού.

Ένα -ένα τα χαρτάκια σου σβήνονται από τη μανία του νερού και τα πνευμόνια μου γεμίζουν  με το  άρωμα της θάλασσας.

Αισθάνομαι και πάλι  ζωντανή, το κορμί μου επιπλέει πάνω στα πολύχρωμα ρούχα και  τα μάτια μου γεμίζουν αλμυρά δάκρυα.

Ποτέ δε ζήτησα πολλά, ποιο μεγαλόπρεπο σχέδιο άλλωστε, να ‘χε για μένα φυλαγμένο  η ζωή!

Ένα ποτήρι κρύο νερό όταν διψώ, ένα φιλί στο μέρος που πονώ και μια αγκαλιά, σαν θα κυκλώνει ο φόβος τα βράδια.

Δεν θέλω να γνωρίζω τί θα βρω μπροστά μου, δεν θέλω να μάθω τί με περιμένει, γιατί ό, τι κι αν είναι αυτό, είναι ζωή.

Κι η ζωή δεν  μπαίνει σε αναμονή. Δε συμμαζεύεται σε λίστες και χαρτάκια. Να θυμηθώ πως σ’ αγαπώ. Να μην ξεχάσεις  ότι με αγαπάς. Θυμήσου πώς πρέπει να ζήσεις. Δεν  γίνεται αυτό να είναι μια εκκρεμότητα. Μ’ ακούς;

Θα κλείσω τα βλέφαρα μου για λίγο, πάνω στα κύματα θα νανουριστώ, Χρωματιστή ζωή θα ονειρευτώ και στ’ όνειρο μου δεν θα χωρούν άλλο τα γράμματα σου.

Κι όταν γυρίσεις, θα σ’ αγκαλιάσω όπως παλιά. Θα σε βοηθήσω, για να κάψουμε μαζί όλα τα άσκοπα χαρτάκια που επιτρέψαμε να κάνουν τις ζωές μας κόκκινες εκκρεμότητες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s