Έξω στο φως

Έξω στο φως

 

Autumn Girl enjoying nature on the field. Beauty Girl Outdoors r

Είναι μόλις έντεκα το πρωί, όμως το άγγιγμα του ήλιου είναι καυτό. Αισθάνομαι τις ρίζες των μαλλιών μου να παίρνουν φωτιά και σκουπίζω τον ιδρώτα με την παλάμη μου. Ο δρόμος ανηφορίζει λίγο πιο πάνω κι εγώ ασφυκτιώ, αγκομαχώντας μέσα στο μαύρο μου φόρεμα. Ο προορισμός μου  φαντάζει ολοένα και μακρύτερος· ένα γκρίζο σεντόνι από άσφαλτο και τούβλα  που ξεδιπλώνεται απειλητικό, σαν μυθικό τέρας μπροστά μου, έτοιμο να με σπρώξει στην άβυσσο.

Προσπερνώντας την πινακίδα «Νεκροστάσια», προσεγγίζω το τέρμα της διαδρομής μου. «Ψυγεία νεκρών», με ενημερώνει η μακάβρια σήμανση παραδίπλα και σταματώ απότομα τον βηματισμό μου.

Όλα είναι ήσυχα εδώ πάνω κι ο καυτός αέρας κάνει τα κυπαρίσσια να λυγίζουν. Τα λευκά τριαντάφυλλα φυλλοροούν  στα χέρια μου και το άρωμα τους ξεφτίζει, κάτω από το βάρος της απόλυτης σιωπής.

Μια σιδερένια πόρτα, κλειδωμένη με βαρύ λουκέτο, με χωρίζει από τον άνθρωπο που ήρθα να αποχαιρετήσω για πάντα. Χάνω την ανάσα μου για λίγο, θαρρείς κι η καρδιά, αυθαίρετα, προσπαθεί να συγχρονιστεί με τον άυλο κόσμο των ψυχών, να εναρμονιστεί με την εκκωφαντική σιγή, μα δεν τα καταφέρνει. Οι πνεύμονες αντιδρούν, ο εγκέφαλος δίνει σήμα και η προδότρα καρδιά κλωτσά και πάλι έντονα.                                             Πνίγομαι σε έναν επίμονο βήχα που μου φέρνει δάκρυα στα μάτια και γελώ δυνατά.

-Τί περιμένετε κυρία; Για ποιον είστε εδώ; Η φωνή του άνδρα με αιφνιδιάζει και τον κοιτάζω έντρομη.

Φορά λευκό πουκάμισο και μαύρο παντελόνι. Τα χέρια του είναι καλυμμένα με γάντια και ο ιδρώτας σχηματίζει χοντρούς κόμπους στο μέτωπο του.

Μουρμουρίζω το όνομα της μέσα από τα δόντια μου, όταν ο κάθιδρος άντρας με ρωτά, αν θέλω να την δω.

-Στο ψυγείο; Του απαντώ και αισθάνομαι εικόνες φρίκης να μπερδεύονται  στα μάτια μου. Εγκλήματα, αστυνομικοί, αναγνώριση πτωμάτων, άκαμπτα μέλη και μυρωδιά σάρκας που σαπίζει δίχως πνοή. Θάνατος, έρεβος, θλίψη, ανυπαρξία και σαπισμένα λουλούδια.

Κουνώ αρνητικά το κεφάλι μου με δύναμη. Τα μαλλιά μου λύνονται και μπερδεύονται με τις ανάσες του καυτού αέρα. Τα τριαντάφυλλα ρίχνουν τα πέταλα τους στο τσιμεντένιο κράσπεδο και τα μάτια του άνδρα ξεχειλίζουν από απορία.

-Είστε καλά; Με ρωτά. Θέλετε να σας φέρω λίγο νερό; Είναι κι αυτή η ζέστη σήμερα, ανυπόφορη.

Αναγνωρίζω στη φωνή του τον επαγγελματισμό, αλλά και ένα γνήσιο ενδιαφέρον. Πόσες φορές άραγε, χρειάστηκε να πει τις ίδιες λέξεις;

-Eίμαι καλά, ναι. Εγώ είμαι, εκείνη δεν είναι. Είμαι πολύ καλά, λέω και του αγγίζω το χέρι. Είμαι στην αντίθετη πλευρά, έτσι δεν είναι; Έξω, στο φως. Είμαι καλά, ω ναι, τραγουδώ σχεδόν κι απομακρύνομαι.

Κατηφορίζω προς το σκαμμένο μνήμα. Αυτό το χώμα θα φιλοξενήσει  το σώμα της για μιαν αιωνιότητα. Πετώ το μαδημένο μπουκέτο στον λάκκο.

-Καλό ταξίδι, φωνάζω κι η φωνή μου σπάει την πολιορκία της αφόρητης σιωπής. Λυπάμαι που έφυγες, λυπάμαι που δεν έφτιαξα χρόνο να σε γνωρίσω καλύτερα. Λυπάμαι που δεν πρόλαβες να κάνεις όλα σου τα όνειρα πράξη, λυπάμαι για τους φόβους που σε κρατούσαν πίσω. Λυπάμαι που πόνεσες τόσο, λυπάμαι που δεν σου κράτησα σφιχτά το χέρι.

Λυπάμαι γιατί κι εγώ θα φύγω μια μέρα, μα ως εκείνη τη στιγμή, θέλω να ζω.

Από την πρώτη ανάσα της ημέρας ως την τελευταία κάθε νύχτας, θέλω να γεύομαι, να κλαίω, να γελώ. Να μάχομαι, ν’ αντέχω, να πέφτω να σηκώνομαι, να συγχωρώ.

Να κάνω τον χρόνο φίλο και τον ήλιο αδελφό, ν’ αγκαλιάζω τα κύματα, να αφουγκράζομαι τη σιωπή. Ένα βήμα τη φορά, να μαθαίνω πιο ψηλά να πετώ, να προσπαθώ, να ντύνω με χρώμα τις ψυχές όσων αγαπώ.

Να είμαι εγώ το μυστικό και γι’ άλλους το λάθος, το τέλειο, το μοιραίο, το φυλαχτό. Να χορεύω ξυπόλητη εκεί που σκάει το κύμα, να αγαπώ το σώμα μου, να λατρεύω το μυαλό μου. Να δίνομαι, να χάνομαι, να βιάζομαι, να καρτερώ. Να μπαλώσω την καρδιά μου από την αρχή, να μάθω όλο το σύμπαν να αγαπώ.

Να ξεμυαλίζομαι με την ομορφιά, να ξεχνιέμαι στη μουσική που συνθέτουν τα χαμόγελα των παιδιών. Να ξορκίζω τους πόνους με το γέλιο μου και στην αγκαλιά του φεγγαριού, να νανουρίζω όλους μου τους φόβους.

Γιατί, εγώ δεν είναι εσύ και μπορώ να ονειρεύομαι κάτω από τον καυτό ήλιο. Γιατί έχει σκαλώσει η άνοιξη στα μάτια μου και μέσα στ’ αρώματά της ταξιδεύω. Γιατί είμαι άνθρωπος ακόμα, δεν είμαι αερικό και σου το ορκίζομαι, όλα θα τα κυνηγήσω, όλα τα θέλω μου, θα τα κάνω πράξη.Θα φτάσω εκεί που δεν μπορώ. Στην χαραυγή κάθε οράματος κι ονείρου μου τρελού.

Γιατί είμαι καλά, είμαι εγώ έξω στο φως και το μπορώ!

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s