Ανήκεστος βλάβη…

Ανήκεστος βλάβη…

 

211fb1d06f9479a7650fc3bb47b93c8b_XL

Έφυγες, δίχως να ρωτήσεις. Αναίτια και βιαστικά, αποφάσισες να  στερήσεις τη μορφή σου από όλους · κλείδωσες τον πόνο σου μακριά από τα  μάτια μας, καθώς στα δικά σου βάραινε η σκιά του θανάτου.

Απομείναμε  ασάλευτοι, να κοιτάζουμε το χρόνο που ξεμάκραινε στο ρολόι της ζωής σου.Σε κάθε του χτύπο, έχανες και μιαν ανάσα. Κι η καρδιά μας ξόδευε μαζί σου έναν παλμό. Κι όσο τα λεπτά αδίστακτα όδευαν προς το τέλος σου, παρέσερναν μαζί τους τις ανάσες όσων σε τούτη τη ζωή σε αγάπησαν πολύ. Εκείνες τις ανάσες που απόδιωχναν το φόβο σου, εκείνες που κάποτε ευωδίαζαν ανθρωπιά και γιασεμί, θάλασσα και τόλμη. Τις βαθιές  αναπνοές των ανεξάντλητων συζητήσεων.  Τους αναστεναγμούς που παραμόνευαν πίσω από τα φιλιά. Τις παύσεις ανάμεσα στις φιλοσοφίες, το τρέμουλο της φωνής στο τέλος ενός στίχου του Έλιοτ, του στοχαστή που αγάπησες  με πάθος, «μετά από τόση γνώση, ποια συγχώρεση; Στοχάσου τώρα», θυμάσαι;

Σίγησαν όλα, ακόμα και οι λέξεις που έπλασαν οι ποιητές.Ερήμωσαν μεμιάς, όπως η πόλη που σε ανάθρεψε. Που σε σκεπάζει τώρα πια παντοτινά, αυτήν έχεις για ουρανό σου. Σκιές άφησες πίσω σου. Γιατί δεν σε προστάτευσε η αγάπη μας; Γιατί δεν πρόλαβε, γιατί δεν έφτασε δίπλα μας να σε κρατήσει; Επάνω σε γκρεμό ισορροπούμε, ανίκανοι να αντιληφθούμε ότι έφυγες. Πώς χάθηκε τόση αγάπη;  Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια, λέμε, δε μπορεί. Γιατί δε γίνεται να πεθαίνουν τα οράματα.

Βουβοί κι εξαντλημένοι κοιτάζουμε κρυφά τον ουρανό, θαρρείς προσμένοντας  καθείς μας, ένα σημάδι σταλμένο από σένα ν’ αντικρίσουμε.  Μας ξεγελούν τα σύννεφα, μας περιγελούν, κάτω από το βάρος μιας βροχής που σκορπά τριγύρω το άρωμα σου.

Ψάχνουμε  γύρω και μέσα μας. Ερημιά. Κανείς σ΄ αυτή την πόλη δεν σου μοιάζει, κανένας δε μιλά όπως εσύ. Ούτε άνθρωπος γύρω, πουθενά, να μας ακούσει. Τα πάντα βουβά.  Πήρες μαζί σου όλες του κόσμου τις φωνές, τι θ’ απογίνουν τώρα τα ποιήματα;

Οι σκέψεις που μας κληροδότησες,  τα λόγια που μας δώρισες, τα έργα της ζωής σου, που μας σκέπασαν με αγάπη και φροντίδα, όλα είναι εδώ. Όμως εσύ δεν είσαι. Αφιλόξενα που μοιάζουν τα παγωμένα χέρια της συγχώρεσης. Κλωτσά το μυαλό, σαν μουλάρι παγιδευμένο στην άκρη της αβύσσου,  αρνούμενο να αποδεχτεί το μέγεθος της δικής σου απώλειας .

Από ποιον βδελυρό κόσμο αναδύθηκε τούτο το κακό; Είχαμε κι άλλη αγάπη να ξοδέψουμε κι άλλα όνειρα να μοιραστούμε. Χρόνο, στιγμές, λέξεις και ήχους. Είχαμε φως, μα τώρα ζούμε στο σκοτάδι. Απότομα που ορφάνεψε ο νους μας. Μόνοι μας θα ταξιδεύουμε πια κι ας μας ανήκες. Κρατήσαμε ένα κομμάτι σου, οι τυχεροί, ανάμνηση μιας εποχής που έκλεισε μαζί σου. «Η ελπίδα μόνο άδειων ανθρώπων».Όμως τι χρησιμεύει ένα ρολόι, αφού δεν μετρά το χρόνο για να σε συναντήσουμε; «Ανάμεσα στη συγκίνηση και στην ανταπόκριση η σκιά πέφτει».Αθεράπευτη πληγή οι στιγμές, δίχως εσένα.

Kοίταξε πόσο άχρηστα  στέκουν στα ράφια τα βιβλία, αφού δεν τους δανείζεις τη φωνή σου!

«Οι στεγνές μας φωνές σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες».                                                                                                                       Ολέθρια η μνήμη μακριά σου.

Ο κόσμος δείχνει απειλητικός μέσα από τα γυαλιά σου, γιατί απουσιάζει η ματιά σου…  «Μάτια  που δεν μπορώ ν’ αντικρίσω στα όνειρα» και ξέρεις κάτι; Είναι τελικά.

Ανήκεστος η βλάβη. Μας άφησες μισούς.

Ακόμα αγναντεύουμε ψηλά, έξι μήνες τώρα, μα δεν ακούμε τη φωνή σου.                                                «Νερό δεν έχει εδώ, μονάχα βράχια.» Φαντάσματα μέσα στην έρημη πόλη, παλεύουμε με ανάσες δύσοσμες, κόντρα σε καταχθόνιες σκέψεις που μας ματώνουν, «Μήτε φόβος, μήτε και κουράγιο μας διασώζουν», ακούς; Ανήκεστος βλάβη, δεν είσαι πια εδώ. «Δρόμο που ψηλά φιδώνει στα βουνά.» Ανήκεστος βλάβη, μια ανεπανόρθωτη συντριβή, η φυγή σου θείε μου.

«Έτσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός»

Ανήκεστος βλάβη…σακατεμένη χώρα το μυαλό, πώς να πετάξει;

 

Σημ. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του αγαπημένου μου θείου Λέανδρου Βατάκα, καθώς σήμερα συμπληρώνονται έξι μήνες από το θάνατο του. Είναι το δικό μου μνημόσυνο, τι δικό μου αναμμένο κερί να καίει στη θύμηση του.

Οι στίχοι ανήκουν στον T.S. Eliot.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s