Uncategorized

Η σιωπή του διχασμού

siwpi

Ναι ή  όχι;

Ξέρεις τι θέλεις;  Μπορείς;

Τολμάς ;

Έτσι θα ξυπνήσεις κι αύριο, με την  ίδια  σκέψη που σε ταλανίζει  μια εβδομάδα τώρα και  με μια κοφτή ανάσα, θα  ντύσεις την ψυχή σου στα σκοτεινά.

Ο φόβος που σε ορίζει, είναι παραπάνω από ένα συναίσθημα.

Είναι ζώο, ένα κτήνος με σουβλερά δόντια και νύχια που μπήγονται στη σάρκα σου. Παραλύεις. Στέκεσαι ακίνητος και τον αφήνεις να κάνει αυτό που ξέρει καλά. Τη δουλειά του. Κι όσο το σώμα σου υποφέρει από τις άσπλαχνες δαγκωνιές του, σφίγγεις τις γροθιές σου και γυρίζεις  αλλού το βλέμμα σου.

Ότι δεν μπορεί να σε σκοτώσει, σε κάνει ακόμα πιο δυνατό, σκέπτεσαι , ενώ τα δάκρυα κατρακυλούν  στα μάγουλα σου.

Έξω στο δρόμο σε λίγες ώρες, θα χαράξει η Κυριακή.  Μια Κυριακή που εσύ προσδοκούσες  να είναι γιορτή, αλλά  δεν θα είναι. Ούτε καμπάνες, ούτε φιλιά, ούτε χαμόγελα θα ακουστούν. Μονάχα μια ατελείωτη σιωπή.

Ακούς κάτι; Στήνεις το αυτί σου στη μεσοτοιχία. Κανένας ήχος, σιωπή.

Αυτή η ύπουλη σιωπή που σέρνεται βαριά πάνω από την πόλη, σαν  κολασμένος ψίθυρος  ματώνει την ψυχή σου. Πότε σταμάτησαν οι  άνθρωποι να μιλούν μεταξύ τους; Γιατί έπαψαν να σου χαμογελούν οι φίλοι; Που πήγε το μαζί;

Χωριστήκαν οι άνθρωποι πια σε στρατόπεδα. Από δω το Ναι, από κει το Όχι. Λίστες ατέλειωτες από ονόματα που δεν συντάσσονται μαζί σου. Έγινες ξαφνικά εχθρός τους , απλά γιατί εξέφρασες τη γνώμη σου. Μα πώς θα γινόταν αλλιώς;  Έτσι δεν λειτουργεί άλλωστε η δημοκρατία;

Ξέχασες, σου λένε, την ιστορία, ασπάστηκες τα συμφέροντα των λίγων, έχασες την κρίση σου. Σε κατηγορούν ότι η πίστη σου διέφθειρε τη λογική σου και  σου δείχνουν τον άλλο δρόμο, τον δικό τους. Μα δεν είναι ο δρόμος μας κοινός; Δεν είναι ίδιος ο αγώνας; Όλοι  την Ελλάδα δεν έχουμε πατρίδα;

Ποιος αγαπά και ποιος προδίδει;

Σε κοιτάζουν λοξά και λίγο πριν αποστρέψουν τα μάτια τους από πάνω σου, αισθάνεσαι ένα βάρος στην πλάτη σου και ο πόνος σε κόβει στα δυο.

Είναι σε  εκείνο το σημείο, όπου κάποτε σε χτυπούσαν φιλικά, εκεί που άλλοτε σε χάιδευαν τρυφερά, εκείνο το σημάδι τους κακοφορμίζει.

Πώς γίνεται και ξέχασαν το σχήμα της καρδιάς τα χέρια;

Τι άλλαξε και έγινε η φωνή τους σιωπή; Μια λέξη μόνο, ένα όχι, ή ένα ναι, να είναι ικανό να   σας διχάσει;

Θα πιεις  μονάχος τον  καφέ σου και αύριο και θα είναι η γεύση του πικρή, φαρμάκι θα  στάζει η κάθε του γουλιά μέσα σου.

Και αν και σώπασαν όλες οι άχαρες φωνές, οι αλαλαγμοί των καναλιών και οι ψεύτικοι λυγμοί τους, αν και γλύτωσαν τα μάτια από τις εικόνες της ντροπής, αν και θα νιώσεις, σαν έτοιμος από καιρό, το χρέος σου ως όφειλες να κάνεις, εσύ ακόμα θα αναζητάς τους ήχους  των ανθρώπων.

Και εκεί, μπροστά στην κάλπη θα καταλάβεις πως δεν φοβάσαι πια. Πως  κανείς δεν  σε κρατά δεσμώτη. Πως δεν έχεις κάτι για να μετανιώσεις, ούτε οφείλεις σε κάποιον να απολογηθείς.

Αυτή  η σιωπή μονάχα σε ταράζει. Είναι η  σιωπή του διχασμού και αυτό σε θλίβει.

Γιατί είναι αυτή η μεγαλύτερη απειλή κι όχι αυτή για την οποία καλείσαι να αποφασίσεις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s