κάθε τέτοια μέρα σου λέω πως σ’ αγαπώ / Uncategorized

Κάθε τέτοια μέρα σου λέω πως σ’ αγαπώ. Χρόνια πολλά μαμά

 

Εικόνα

Λάμπει σήμερα η Κυριακή.

Από το ανοιχτό παράθυρο μυρίζουν οι ακακίες του δρόμου και τα μπουκέτα των παιδιών.

Ο καφές μου κρυώνει στο τραπεζάκι, όσο παρακολουθώ τα παιδικά βήματα που γεμίζουν τα πεζοδρόμια και χαμογελώ στη σκέψη πως κάπως έτσι θα σε δω κι εσένα να έρχεσαι κοντά μου.

Ξέρω πως θα έρθεις και σήμερα, όπως έκανες και τόσες άλλες Κυριακές του Μάη, κάθε φορά στη γιορτή της μητέρας.

Με το ανθισμένο σου μπουκετάκι και την κάρτα με τα καλλιγραφικά γράμματα, τα στιχάκια που ξετρύπωνες από ξεχασμένα βιβλία και την αγκαλιά σου, το πιο πολύτιμο δώρο σου, το κίνητρο μου για να αγωνίζομαι, κάθε μέρα και περισσότερο, να είμαι, να γίνω, να παραμείνω η ιδανική μάνα, Η δική σου.

Πόσες φορές δεν σου είχα ομολογήσει, εκεί, στην εφηβεία σου πρώτη φορά, όταν δειλά ανακάλυπτες τον κόσμο των μεγάλων, πως είσαι ο καρπός ενός μεγάλου έρωτα.

Με αυτόν τον έρωτα στα μάτια σου κεντημένο σε μεγάλωσα. Με τον ίδιο εγωισμό και τη λαχτάρα που κρύβει στις αποσκευές του. Και δεν του στέρησα ούτε την κτητικότητα, ούτε καν τη ζήλεια.

Τόσο ακέραια, τόσο ολοκληρωτικά σ’ αγάπησα κόρη μου.

Ακόμα και τα χρόνια που με αμφισβητούσες,  όταν μόλις είχες γίνει δεκαοκτώ χρονών και πίστευες πως θα άλλαζες εσύ τον κόσμο, μια και δεν είχα φροντίσει να το κάνω εγώ για σένα.

Οι μέρες των μεγάλων σιωπών, θυμάσαι;

Όταν το δωμάτιο  σου ήταν απόρθητο φρούριο και η πόρτα σου μόνιμα ερμητικά κλειστή, με φυλάκιζε έξω από τα προβλήματα σου, μακριά από τη φλόγα του νου σου, όπου είχαν βρει καταφύγιο τα ερωτήματα της φύσης σου.

Και ήθελα τότε να ρίξω την πόρτα που με κρατούσε σε απόσταση από την τρέλα των ματιών σου, αλλά φοβόμουν.

Δείλιαζα, καθώς συλλογιζόμουν πως στη δική μου ενηλικίωση δεν επιτρέπονταν τέτοια δράματα, ούτε και ανταρσίες. Μα ο κόσμος πήγαινε μπροστά, έστω κι αν η ζωή γυρίζει πάντα σε κύκλους κι έτσι η ανοχή μου στις επαναστάσεις σου, σμίλευε έναν καλύτερο εαυτό μου, ένα ακόμα πιο εξελιγμένο μοντέλο μητέρας, αυτό που θα ήσουν περήφανη να έχεις.

Σε βλέπω να περπατάς στο δρόμο και στα μάτια μου το βάδισμα σου μοιάζει μοναδικό.

Ακόμα κι αν ήμουν τυφλή, θα αναγνώριζα το βιαστικό χτύπημα της φτέρνας στα τακούνια σου παντού, ανάμεσα σε μυριάδες άλλα βήματα.

Έχει μια γοητεία η φούρια σου και μια αμεσότητα που συναρπάζει. Μοιάζεις με θυμωμένο ξωτικό, χαμένο στον κόσμο των ανθρώπων, που βιάζεται να επιστρέψει στην ασφάλεια του δάσους.

Αν και ήσουν άτσαλη μικρή, ακόμα και τώρα κάποιες φορές νομίζω ότι σκουντουφλάς πάνω στα έπιπλα, αφηρημένη μέσα στη βιασύνη του μυαλού σου, με τα χρόνια το βάδισμα σου εξελίχτηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σου γνωρίσματα και το αγαπώ.

Απομακρύνομαι αργά από το μπαλκόνι. Δεν θέλω να με δεις ότι σε παρατηρώ, θέλω να μοιάζω έκπληκτη την ώρα που θα σου ανοίξω την πόρτα.

Να νιώσεις πως με ξάφνιασες χαρούμενα, όπως έκανες σε μια γιορτή πολύ παλιά, που είχες ξυπνήσει τα χαράματα για να συγυρίσεις την κουζίνα, για να μου ετοιμάσεις πρωινό και ζεστό καφέ και είχες βάλει τα δυνατά σου για να μην ακούσω τους ήχους από τα πιάτα και τα ποτήρια που έπλενες, ούτε και από το μπρίκι που ανακάτευες τον καφέ.

Κι εγώ παρίστανα την κοιμισμένη, για να μην σου χαλάσω την ψευδαίσθηση της έκπληκτης μητέρας, την εικόνα που επιθυμούσες να δεις εκείνο το πρωί. Και ύστερα με φίλησες.

Και με τα πρώτα τριαντάφυλλα της άνοιξης κομμένα από την αυλή, προτεταμένα κάτω από τη μύτη μου, μου είχες ευχηθεί χρόνια πολλά.

-Χρόνια πολλά μαμά, αυτά για σένα.

-Τι όμορφες φρέζιες! Σε ευχαριστώ παιδί μου, είναι πανέμορφες.

-Πάω να τις βάλω σε ένα βάζο μέχρι να διαβάσεις την κάρτα, λέω και απομακρύνομαι από τα μάτια σου, που ξέρω πως θα γυαλίσουν για λίγο όταν διαβάσεις τις ευχές.

Σου έγραψα κάτι απλό, κάτσε να θυμηθώ, ναι, χρόνια πολλά μαμά μου, κάθε τέτοια μέρα σου λέω πως σ’ αγαπώ και αντιλαμβάνομαι πως οφείλω πολλά ακόμα σ’ αγαπώ που δεν σου είπα.

Επιστρέφω στο σαλόνι και σε βρίσκω όρθια, να με περιμένεις, με ένα φιλί να στέκεται ανυπόμονο στις άκρες των χειλιών σου κι έναν μικρό αναστεναγμό πάνω στο μέρος της καρδιάς.

Φιλώ τα στεγνά σου μάγουλα και αναρωτιέμαι αν τελικά είσαι  σκληρή, ή αν η σκληρότητα σου είναι ένα ιδίωμα της ιδιότητας σου ως μητέρα.

Πώς θωρακίζεις τα συναισθήματα σου, με ποιον τρόπο καταφέρνεις και επιπλέεις τόσα χρόνια πάνω από τις εξάρσεις μου, μέσα από τα μπουρίνια και τα μελτέμια μου, δίχως να πνίγεσαι μέσα στη δίνη της προσπάθειας σου να υποκύψεις;

Aχ  βρε μάνα, γεράσαμε κι ακόμα με παίζεις. Προσποιείσαι την ασυγκίνητη και την ψυχρή, όταν καταλαβαίνω πως τα βλέφαρα σου τρεμουλιάζουν από χαρά.

Ξέρεις, κάποτε αλήθεια πίστευα πως ήσουν όχι μόνο ψυχρή, μα ανηλεής, γιατί δεν μπορούσα να αποδεχτώ την αντοχή σου στον πόνο, που πίστευα πως ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια και έτσι έμαθα πως οι μαμάδες δεν πονούν, δεν νιώθουν πόνο, ούτε σωματικό, ούτε ψυχικό, μα κι αν νιώσουν, ποτέ δεν θα το δείξουν.

Κι όσο εγώ ούρλιαζα διεκδικώντας την προσοχή σου, όσο αμφιταλαντευόμουν για το μέγεθος της αγάπης σου, τόσο εσύ σώπαινες.

Μίκραινες και εξαφανιζόσουν κάθε φορά που είχα την ανάγκη της επιβεβαίωσης σου. Με άφηνες μόνη να συγκρούομαι με τις επιλογές μου κι αποποιούσουν το μέρισμα της ευθύνης σου, καθώς αυτός ήταν ο τρόπος που είχες επιλέξει για να μην με φορτίζεις. Έσκυβες μετά και μάζευες τα κομμάτια μου, με τον ίδιο τρόπο που μάζευες τα άπλυτα ρούχα που πετούσα στο πάτωμα, ανάμεσα σε σχισμένα βιβλία και αστραφτερά βινύλια, με ανακάλυπτες, χλωμή και εξαντλημένη και όπως ταχτοποιούσες την αταξία του δωματίου μου, έτσι έβαζες σε τάξη τις σκέψεις μου. Γυάλιζες τον εγωισμό μου και ξεσκόνιζες την ματαιοδοξία μου, με έβγαζες στην επιφάνεια και με κοίμιζες στον αφρό των κυμάτων.

Πόσο σε ζήλευα! Ήσουν τόσο όμορφη, τόσο επικίνδυνα γυναίκα μέσα στη μάνα, που με μπέρδευες και με αποσυντόνιζες, καθώς δεν κατανοούσα αν θα έπρεπε να σε μιμηθώ προς όφελος μου, ή να απομυθοποιήσω το πρότυπο σου.

Φοβόμουν πως θα σου έμοιαζα κι έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου να μην ταιριάζει η εικόνα μου με τη δική σου. Μοιραία όμως ο χρόνος  εξομοιώνει τους ανθρώπους στο πέρασμα του και δεν απέφυγα ούτε  την ομοιότητα με την όψη σου, ούτε με την ψυχή σου. Γνωρίζω πως αν γίνω και εγώ μητέρα, θα πω και θα κάνω  αυτά που από σένα κάποτε μίσησα.

Τώρα σε κοιτάζω και φοβάμαι να σου εξομολογηθώ πως τρέμω την ώρα που δεν θα σε έχω.

Πως θα νιώσω απροστάτευτη και  μισή. Έρημη και μόνη δίχως την αγάπη της μάνας που έζησε για μένα. Ωστόσο μαμά, την απόλυτη ειρήνη μου μαζί σου δεν την έκανα.

Ίσως μια μέρα σύντομα, βρω το κουράγιο να σου πω όσα κρατώ ακόμα κλειδωμένα. Ίσως σε συγχωρήσω,  ίσως καταλάβεις, ίσως  επιτέλους με αποδεχτείς.

Μου έφερες ένα ποτήρι νερό και κάθισες απέναντι μου. Όμορφο πλάσμα μου, κόρη μου, θησαυρέ μου.

Σε κοιτάζω και φοβάμαι να σου πω πως τρέμω στην ιδέα πως θα φύγω.

Δεν με φοβίζει τόσο ο θάνατος, όσο η γνώση πως δεν θα σε έχω πια. Ότι θα σε αφήσω μόνη σου κι εγώ που έζησα τόσα χρόνια, μέσα από σένα για σένα, θα σε στερηθώ για πάντα.

Ίσως μια μέρα σύντομα, βρω το κουράγιο να σου πω πόσο πολύ σ αγαπάω, πόσο βαθιά ριζωμένη είναι  αυτή η αγάπη. Ίσως έκανα αρκετά λάθη, ίσως με συγχωρέσεις, ίσως με καταλάβεις, ίσως, επιτέλους με αποδεχτείς.

 

Advertisements

2 thoughts on “Κάθε τέτοια μέρα σου λέω πως σ’ αγαπώ. Χρόνια πολλά μαμά

  1. Ποσο ακομα να σε καμαρωσω για το ταλεντο σου αγαπημενη μου? Με εχεις καταγοητευσει! Συγκλονιστικο κειμενο! Να ζησεις χρονια πολλα για να γραφεις και να μοιραζεσαι τις υπεροχες σκεψεις σου μαζι μας!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s