Αναμνήσεις / μυρωδιές και ο γρίφος της Ανάσταση

Αναμνήσεις, μυρωδιές και ο γρίφος της Ανάστασης

ο γρίφος της Ανάστασης.

Πάσχα στην πόλη, Πάσχα  μπροστά σε μια λευκή σελίδα που περιμένει ανυπόμονα και  αυτή να γεμίσει, καθώς τα μάτια θα πλημμυρίζουν από χιλιάδες εικόνες και τα αυτιά  θα έχουν κορεστεί από τα  εκκωφαντικά ντεσιμπέλ που θα αντιλαλούν  οι  βαριές αναστάσιμεςκαμπάνες.

Αυτό θα είναι το δικό μου Πάσχα στο σπίτι.

Θα μείνω άπραγη, αμέτοχη στη γιορτή που από παιδί ποτέ μου δεν κατάλαβα, τότε που με το ζόρι αποστήθιζα όλα τα περίεργα εβραϊκά ονόματα που δεν χωρούσαν στο μυαλό μου, που όμοια τους δεν είχαν οι συμμαθητές και φίλοι μου.

Τότε που έψαχνα διακαώς να βρω  μια λογική εξήγηση  στο ερώτημα που έβαζε φωτιά στους εφιάλτες της παιδικότητας μου, καθώς φανερωνόταν μπροστά μου μια απύθμενη πυρωμένη άβυσσος που  με κατάπινε, μόνο για να έχει την ευχαρίστηση να με σκορπίσει σαν άχρηστο κουφάρι στους γύπες της αμαρτίας μου, που παρακολουθούσαν πεινασμένοι και χαιρέκακοι,  ενώ ο μεγάλος  κριτής που όριζε την ποινή μου, με έβρισκε ένοχη και αμαρτωλή και με τιμωρούσε με  έναν  θάνατο χωρίς Ανάσταση.

Και όταν ξυπνούσα ουρλιάζοντας ιδρωμένη και τρομαγμένη, έπρεπε ξανά να προσευχηθώ στον ίδιο Θεό-κριτή, που διόλου δεν με αγαπούσε, αφού μου επέβαλε  να φιλώ το χέρι της γιαγιάς ζητώντας τη συγχώρεση της για να πάω να κοινωνήσω.

Εκείνο  το χέρι τα που μύριζε πάντα σκόρδο και με ανακάτευε τόσο πολύ, που μου έφερνε  δάκρυα στα μάτια και μόλις πίστευα πως οι δοκιμασίες μου είχαν φτάσει στο τέλος τους , ερχόταν η σειρά του παππού, που ανέδιδε  ολόκληρος  μια σκληρή  οσμή από  καπνό, ανακατεμένη με παλιά ρούχα και ξεραμένα γαρύφαλλα.

Έκλαιγα ασταμάτητα  σε όλη τη διαδρομή ως την εκκλησία , όχι από φόβο πια για την διεισδυτική ματιά του κριτή που θα με περίμενε βλοσυρός  μετρώντας τα λάθη μου, παρά από νεύρα και με την κρυφή ελπίδα πως τα αλμυρά μου δάκρυα θα κατάφερναν  να διώξουν τα ίχνη από τα σαλιωμένα φιλιά στα μάγουλα μου.

Μετά την κοινωνία, κατά τη διάρκεια της οποίας είχα πάντα τον φόβο ότι το άγιο δισκοπότηρο θα έπεφτε και θα έσπαγε σε χίλια μικρά κομμάτια μπροστά μου, καταδεικνύοντας έτσι σε όλους τους παρευρισκόμενους το εύρος των αμαρτιών μου, κάποιες φορές ο μπαμπάς μου, όντας  λιχούδης  και ξελιγωμένος από την επιβαλλόμενη νηστεία, κερνούσε μπουγάτσα για πρωινό.

Το πιο γλυκό αμάρτημα του Μ. Σαββάτου,  που η  κρυφή μας συνενοχή έναντι της μαμάς, έκανε  ακόμα πιο  ηδονική την απαγορευμένη γεύση του και καθιστούσε και τους δυο μας αυτομάτως αναξιόπιστους και ψεύτες , άρα αμαρτωλούς.

Κι όταν είχα επιζήσει τον Γολγοθά της Μ. Εβδομάδας, έπρεπε να υποστώ και το μαρτύριο της μαγειρίτσας, καθώς η μυρωδιά των εντέρων που έπλενε και κατόπιν έβραζε η μαμά, με αρρώσταινε και μου προκαλούσε τόσο μεγάλη απέχθεια, που εξεύρισκα πάντοτε άχρηστες δικαιολογίες για να ταμπουρωθώ στο δωμάτιο μου και να χωθώ ανάμεσα στα σκεπάσματα που ψέκαζα  μετά μανίας με άρωμα. Η μαμά όμως με επανέφερε πάντα στην κουζίνα, όπου ελεύθερα πια, επέτρεπα στα δάκρυα μου να τρέχουν πάνω στα φρέσκα κρεμμυδάκια, απενοχοποιημένη από το επιχείρημα της αψάδας τους.

Το ίδιο βράδυ, με τις πρώτες αναστάσιμες καμπάνες, στεκόμουν πετρωμένη σαν άγαλμα, τρέμοντας στην ιδέα πως κάποια απρόσεκτη λαμπάδα θα έκαιγε τα μακριά μου μαλλιά και πως θα ήταν τελικά, αυτός ο τρόπος που είχε σκαρφιστεί ο Θεός για να με τιμωρήσει.

Με την επιστροφή στο σπίτι, αφού  το άγιο φως είχε καπνίσει το μαρμάρινο κατώφλι και είχε ανάψει το καντήλι στο εικονοστάσι, το μεγάλο τραπέζι στρωνόταν για να υποδεχτεί τα πεινασμένα στόματα μας κι ήταν εκείνη η ώρα απ’ όλες η πιο γλυκιά, καθώς με τα αδέλφια μου κόβαμε στη μέση το πασχαλινό τσουρέκι και το βουτούσαμε μέσα στο ζεστό γάλα, όπου το εγκαταλείπαμε για ώρα να βουλιάξει, ίδιο με ναυαγό  που πρόσμενε με αγωνία το κουτάλι μας να το λυτρώσει, για να το απολαύσουμε στο τέλος, με την μεγαλοπρέπεια που άρμοζε σε θησαυρό που είχε μόλις αναδυθεί , την ίδια στιγμή που οι γονείς δίπλα μας ρουφούσαν βιαστικά την ζεστή μαγειρίτσα.

Την ημέρα του Πάσχα δεν είχα ιδιαίτερο λόγο να γιορτάζω, εφόσον γνώριζα πως η μαμά  θα με κυνηγούσε διαρκώς με ένα πιρούνι, από το οποίο θα κρεμόταν  το ζεστό αρνί που μύριζε επιθανάτια αγωνία και η ξεχωριστή του μυρωδιά, ανύπαρκτη για τους ενήλικες, μου γύριζε τα σωθικά, μου έκοβε την αναπνοή και γέμιζε τα μάτια μου με εικόνες βαμμένες από το αίμα του και το άρωμα του φόβου του, που περιπλανιόταν απόκοσμο γύρω μου. Σφράγιζα τότε σφιχτά τα δόντια μου για να σταματήσω το τρέμουλο της φρίκης  μπροστά στην απειλή του πιρουνιού που με κατέτρεχε και που τελικά θα με νικούσε και αντιλαμβανόμουν για ακόμη μια φορά, πώς ήμουν ανίσχυρη να κρυφτώ από τη Θεια Δίκη του Θεού.

Σήμερα κοινώνησα δίχως φόβο και παρατηρούσα τα μικρά παιδιά, αγουροξυπνημένα να περιμένουν με τάξη στη σειρά, για να γευτούν τη λύτρωση της Θειας κοινωνίας κι αναρωτήθηκα, αν μοιράζονται κι αυτά τους ίδιους εφιάλτες. Αν έχουν παρόμοιες εμμονές και φοβίες , τις ίδιες αναπάντητες απορίες που κουβαλώ εγώ, από τα χρόνια που ήμουν παιδί. Όσο μεγαλώνω  όμως, αισθάνομαι πόσο μικραίνει ο χρόνος και πως μεγεθύνεται ο φόβος και θέλω να τρέξω πίσω στην εποχή που με δυνάστευε το άγρυπνο μάτι του μεγάλου κριτή μου, τότε που τα αδέξια βήματα μου περνούσαν με φούρια πάνω από την πυρωμένη άβυσσο που θα περίμενε καιρό ακόμα έως ότου με καταπιεί, όταν οι μοναδικοί μου εφιάλτες ήταν οι μυρωδιές των εντέρων και ο γρίφος της Ανάστασης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s