Στην ουρα με εναν αναπηρο πολεμου / Uncategorized

Στην ουρά με έναν ανάπηρο πολέμου

anapiros polemou

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι ξανά στην εφορία.

Περιμένω υπομονετικά τη σειρά μου στα βεβαιωμένα, μαζί με τριάντα περίπου άτομα.

Μπροστά μου στέκεται  ένας νεαρός με ακουστικά στα αυτιά του και μπρος του ένας κύριος με δερμάτινη καμπαρντίνα, που κοιτάζει γύρω του αδιάκοπα, εποπτεύοντας το χώρο κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά. Μοιάζει με ξεπεσμένο κατάσκοπο και  όταν απαντά στο κινητό του  ανακαλύπτω πως κι η φωνή του ακόμα μου ακούγεται υποχθόνια.

Η ουρά σέρνεται αργά σα ναρκωμένο φίδι κι οι υπάλληλοι που εξυπηρετούν είναι λιγοστοί και βαριεστημένοι.

Σκυθρωπά πρόσωπα κατεβαίνουν από τις σκάλες, σπρώχνουν στο διάβα τους άλλους ανθρώπους, που δεν τους βλέπουν, σχολιάζουν τον χθεσινό αγώνα, κρατούν στα χέρια τους χαρτιά και χρωματιστούς φακέλους.

Κάποιος φωνάζει <είναι ανεπίτρεπτο κύριοι να μας έχετε να περιμένουμε τόση ώρα για μια πληρωμή, φωνάξτε επιτέλους κι άλλους υπαλλήλους να εξυπηρετήσουν >.

Όπως είναι φυσικό, όλοι μας γυρνάμε το κεφάλι να εντοπίσουμε τον θαρραλέο που σήκωσε της φωνής του το ανάστημα, δίχως να σκεφτεί πως, αφενός, δεν θα εισακουγόταν, αφετέρου πως δεν υπήρχαν άλλοι υπάλληλοι. Είπαμε, οι περικοπές έφτασαν και στον δημόσιο τομέα.

Στο γύρισμα του κεφαλιού μου τον είδα.

Στήριζε το βάρος του σε ένα άδειο γραφείο δίπλα στο ασανσέρ και στα τρεμάμενα χέρια του κρατούσε ένα μάτσο χαρτιά.

Τα μάτια που είχαν σκαλίσει τα χρόνια του, ήταν μικρά και ολοστρόγγυλα, θολά, θαρρείς από δάκρυα που είχαν μείνει για καιρό κλειδωμένα και το αραιό γκρίζο του μουστάκι, θύμιζε γόηδες αλλοτινών εποχών, ρετρό και σκονισμένες  εικόνες φαντάρων, ξεχασμένους ήρωες σε σκοτεινά συρτάρια.

Η ουρά προχωρούσε, καθώς το βλέμμα μου είχε καταφέρει να απαγκιστρωθεί από την εικόνα του παππού με την καμπούρα και τα τρεμάμενα χέρια και συνειδητοποίησα πως μετά από δυο άτομα, επιτέλους θα είχα τελειώσει με τα βεβαιωμένα μου, όταν ξαφνικά, τον είδα να προχωρεί αργά και με τεράστιο κόπο προς το γκισέ.

Τα μικρά και αδέξια βήματα  του διέγραφαν μισό κύκλο πριν από κάθε του διασκελισμό  και με το ελεύθερο χέρι του έψαχνε να βρει μέρος να ισορροπήσει το βάρος του, ενώ οι άνθρωποι τον προσπερνούσαν στο δρόμο τους  για τις σκάλες, ή για την έξοδο.

Ο κατάσκοπος του σκοτεινού παραπετάσματος γύρισε για μια στιγμή το βλέμμα του και κοίταξε με νόημα τον παππού, τη στιγμή που εκείνος είχε μόλις κόψει το νήμα του τερματισμού, καθώς  το μικρό του χεράκι  άγγιζε πια το κρύο μάρμαρο της θυρίδας.

Απίθωσε λαχανιασμένος τα τσαλακωμένα του χαρτιά πάνω στο μαρμάρινο παραπέτο, και έμεινε ασάλευτος να περιμένει  τη σειρά του.

Όρθιος, σαν τιμωρημένος, με το δεξί του χέρι να σφίγγει  μιαν ασπρόμαυρη ταυτότητα και με την ένταση ζωγραφισμένη στο μέτωπο του.

Κανείς δεν τον είδε, κανείς δεν τον οσμίστηκε, κανείς δεν προσφέρθηκε να τον στηρίξει, να τον υποβαστάξει, να του παραχωρήσει τη θέση του, να τον καθίσει σε μια από τις ελάχιστες καρέκλες, όπου αναπαύονταν μακάρια κυρίες νεότερες του και ξεφυσούσαν με ρυθμό.

Ανταμωθήκαμε στο ταμείο, ενώ προσπαθούσε να μετρήσει τα χρήματα που είχε κλεισμένα μέσα σε ένα λευκό φάκελο, μα το τρέμουλο στα χέρια του τον εμπόδιζε.

Τον άγγιξα απαλά στην πλάτη για να μην τρομάξει και τον ρώτησα αν θα μου επέτρεπε να τον βοηθήσω.

Γύρισε προς το μέρος μου και το ισχνό του πρόσωπο με καθήλωσε με την γαλήνη του.

-Ανάπηρος πολέμου είμαι κοπέλα μου, είπε, ενώ η ταυτότητα στο χέρι του γλίστρησε στο δικό μου, σε ευχαριστώ πολύ.

Πήρα τα χρήματα, πλήρωσα τον ταμία και του επέστρεψα την απόδειξη , ενώ τα μάτια μου έκαιγαν από την μεγαλοπρέπεια της μορφής του. Μα πιο πολύ, από την δυναμική της εξαϋλωμένης  του φιγούρας, που ακτινοβολούσε από  καπνισμένη περηφάνια μιας εποχής που έπλαθε  χαρακτήρες αντί για  είδωλα και φρόνημα, αντί  για εκφυλισμό.

Βαδίσαμε μαζί ως την έξοδο ενώ σκεπτόμουν  με ποιον τρόπο θα μπορούσα να του προσφέρω την βοήθεια μου δίχως να τον προσβάλω, όταν σταμάτησε για μια στιγμή τα κοπιαστικά του βήματα δίπλα, μου και γύρεψε να βρει τα μάτια μου.

-Είμαι 96 ετών, είπε, έχω δει πάρα πολλά και σου εύχομαι να μην δεις ούτε τα μισά από όσα άσχημα  έχω δει , κι άλλα τόσα περισσότερα να είναι τα καλά που θα βλέπουν τα μάτια σου.

Έσκυψα το κεφάλι τσακισμένη από την επίγνωση της ευχής του.

Ένιωσα ένα τεράστιο βάρος στην πλάτη μου από  το βάρος των δικών του χρόνων, από το φορτίο των δικών του στιγμών συντριβής και πόνου, από τις ματωμένες εικόνες των συμπολεμιστών του, από  τις χαρές των παιδιών και τα γέλια των εγγονιών του, από τις αναμνήσεις του που εξανεμίζονται και  τις απατηλές νύχτες της βιαστικής του νιότης, από την πληγωμένη ανάσα της ανθρωπιάς του και την εγκαρτέρηση της ψυχής του.

Απάνθρωποι είμαστε, μισάνθρωποι ρατσιστές που προσκυνούν μόνον το κάλλος, το κέρδος και τις ανάγκες που οριοθετούν τα θέλω μας.

Αδιάφοροι για την ιστορία των ανθρώπων γύρω μας.

Απύθμενοι εγωιστές, υπάνθρωποι, μηχανές που αναλώνουν με απίστευτες ταχύτητες ανθρώπους  και αξίες.

Συναισθηματικά ανάπηροι, στιγματισμένοι από τα ανίατα σημάδια της αναισθησίας μας.

Κοίταξα τις κυρίες που ξεφυσούσαν ακόμα στις πλαστικές καρέκλες και τον ηλικιωμένο ανάπηρο πολέμου  που ξεμάκραινε αργά, καθώς έσερνε το σακατεμένο πόδι του πάνω στα σκαλοπάτια της αδιαφορίας μας και έκλαψα για τη χαμένη μας ανθρωπιά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s