Uncategorized

Παράξενη φάρα οι Έλληνες…

Image

Από το μπαλκόνι μου αντικρίζω έναν άδειο δρόμο, παρκαρισμένα αυτοκίνητα και λιγοστούς περαστικούς με σακούλες στα χέρια.

Νομίζω πως το έχω ξαναπεί, η ανατολική μεριά της πόλης, όπου και κατοικώ, μοιάζει συχνά βομβαρδισμένη.

Πολύ εύκολα ξεγελιέται κάποιος, ιδίως  τα Κυριακάτικα πρωινά, να πιστέψει πως σε τούτη την πόλη υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κυκλοφορούν, που ερωτεύονται, που τρέχουν καθημερινά με άγχος στη δουλειά τους, που περιφέρονται σε καφέ και εστιατόρια και γεμίζουν τις αίθουσες των κινηματογράφων.

Δεν έχεις παρά να κάνεις μια βόλτα στο κέντρο, μου είπε η φίλη μου, για να διαπιστώσεις πως έξω από σένα, ο κόσμος εξακολουθεί να γυρίζει.

Έκλεισα το τηλέφωνο αποκαρδιωμένη, απορρίπτοντας την πρόταση της και φόρεσα τη μαύρη μου αθλητική φόρμα.

Όπως οι υπέρ-ηρωες ντύνονται τις στολές που τους προσδίδουν τις υπερφυσικές τους ιδιότητες, ενώ παράλληλα τους προστατεύουν από την αναγνωρισιμότητα, εγώ, καμουφλάρω την απομάκρυνση μου από το κοινωνικό γίγνεσθαι, κάτω από τη μαύρη φόρμα.

Είναι ο μανδύας που με κρατά αόρατη από τις ακατάπαυστες επαναλήψεις των διαλόγων που δεν καταλήγουν πουθενά.

Κοινωνικό ον, η απόλυτη μου επίφαση.

Ποιας κοινωνίας διάδοχος και με ποιο κόστος;

Έλα μωρέ, θα μου πουν οι φίλοι, χτυπώντας με ελαφρά στην πλάτη, μην τα παίρνεις και όλα τοις μετρητοίς. Κάνε κι εσύ κάτι για τον εαυτό σου. Ζήσε.

Παράξενη φάρα, μα τω Θεώ, είμαστε οι Έλληνες, που μέσα στα προβλήματα μας, πάντα θα βρούμε  χώρο για του διπλανού μας την έννοια.

Την προηγούμενη Κυριακή, η φίλη μου η Αίγλη, μου τηλεφώνησε το μεσημέρι για να μου πει να μην μαγειρέψω. Κατέφθασε σπίτι μισή ώρα μετά, αναψοκοκκινισμένη και χαμογελαστή και απίθωσε στον πάγκο της κουζίνας μου ένα τάπερ με σπιτικό φαγάκι. Μοσχοβόλησε το δωμάτιο με τα αρώματα της θάλασσας, από τα γεμιστά καλαμαράκια, μα πιο πολύ,  από τα γελαστά  μάτια της φίλης μου, δυο βαθυπράσινες λίμνες χωρίς βυθό, δυο γαλήνια χλωμά φεγγάρια, η αλήθεια της παιδικής της  ψυχής.

Η Αίγλη δουλεύει αμέτρητες ώρες σε ένα φροντιστήριο, από το οποίο της οφείλονται μισθοί ενός έτους. Είναι μητέρα δυο αγοριών, ο  ένας είναι στην εφηβεία και ο άντρας της είναι άνεργος εδώ και ένα χρόνο.

Δύσκολα μένει σπίτι της, σπάνια θα την δεις να μην χαμογελά.

Το αεικίνητο κορμάκι της περιφέρεται όπου μπορεί να συνδράμει, όπου μπορεί να νιώσει πως είναι ακόμα χρήσιμη, ζωντανή και απαραίτητη.

Μετά από δώδεκα ώρες απλήρωτης εργασίας, ένα συμμάζεμα στο σπίτι κι ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό για την οικογένεια της, είναι πάντα σε κατάσταση ετοιμότητας. Στο χτύπημα του τηλεφώνου γρήγορη σαν δρομέας μακρινών αποστάσεων, καταφέρνει να βρίσκεται  παντού, αρκεί να καταλάβει πως την χρειάζεσαι.

Είναι η ανάσα της αυτή, η δική της αντίσταση στη ρουτίνα και την κατάθλιψη.

Το δικό της κοινωνικό γίγνεσθαι, το προσωπικό της χνάρι μέσα στην πολύβουη πόλη της δικής της ερημιάς. Αυτής που κρύβει τις νύχτες  μέσα στα καθαρά της σεντόνια, τη στιγμή που σχεδιάζει πως θα αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που την προσμένουν την επομένη μέρα.

Παράδοξη φυλή είμαστε κι ο ξενιτεμένος φίλος Αθανάσιος, άρτι αφιχθείς από τα παγωμένα πεζοδρόμια του Μονάχου, μου το επιβεβαίωσε γι’ ακόμη μια φορά.

Δύσκολοι άνθρωποι, μου είπε, σκληροί, ασυγκίνητοι κι αμετακίνητοι σαν βράχοι.

Μήτε του αγγέλου τους νερό δεν χαλαλίζουν, δεν βρίσκω πουθενά σύγκλιση, ούτε ανθρωπιά.

Τι να σου πω τώρα, πως την ώρα που δούλευα, ο προϊστάμενος του τμήματος μου είχε coffee break, το οποίο βρήκε την ευκαιρία να μετατρέψει σε μίνι meeting, με δυο ακόμα managers. Είχε αγοράσει ένα κέικ, από το κυλικείο της εταιρίας, περίπου ένα κιλό, τεράστιο, με τρίμματα σοκολάτας, λαχταριστό και μυρωδάτο και το στόλισε επάνω στο  γραφείο του.

Το δικό μου γραφείο μου βρίσκεται διαγωνίως απέναντι τους και κάποια στιγμή, με κάλεσε ο Chef για  του φέρω ορισμένα έγγραφα.

Έμεινα στην παρέα τους για λίγο, ενώ παρατηρούσα τις χοντρές φέτες που εξαφανίζονταν η μια μετά την άλλη στα χαώδη στόματα.

Σε δέκα περίπου λεπτά, η συνάντηση είχε τελειώσει, όπως και το κέικ.

Αν η στοιχειώδης ευγένεια ορίζει πως θα έπρεπε να μου έχουν προσφέρει μια φέτα από το κέικ που καταβρόχθιζαν μπροστά μου, αυτοί προφανώς δεν το γνώριζαν.

Είναι καθαρά θέμα παιδείας, αυτή η σφιχτή στάση που εφαρμόζουν, απέναντι στους ξένους, μα και μεταξύ τους, ή είμαστε εμείς οι εναπομείναντες φορείς μιας προγονικής παρακαταθήκης, που προδικάζει ερήμην μια φύση που τείνει να χαρακτηριστεί γραφική;

Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Τα χαρακτηριστικά της φυλής που μας ενώνουν, είναι άραγε ικανά να μας χωρίσουν;

Το κουδούνισμα του κινητού, μας απέσπασε από τους στοχασμούς, ακόμα ένα αδιαφιλονίκητο σημάδι της ράτσας  του Θαλή και του Αριστοτέλη.

Η Αίγλη μας καλούσε για ουζάκι σπίτι της. Είχε ετοιμάσει, καθώς είπε και τα περιβόητα τυροπιτάκια της, αλλά και λουκουμάδες με μέλι, που τηγάνιζε ενώ μιλούσε στο κινητό.

-Δεν ακούω κουβέντα, πότε θα  ξαναδούμε το φίλο μας;  Νηστικό θα τον αφήσουμε; Τι ψυχή έχει ένα ουζάκι;

Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει όταν πήραμε το δρόμο για το σπίτι της.

Ο Αθανάσιος με τράβηξε δίπλα του, έβγαλε το μπουφάν του και το σήκωσε επάνω από τα  κεφάλια μας σαν τέντα. Έμοιαζε με έναν αλλόκοτο υπέρ-ηρωα που αναμετρούσε τη δυναμική της μαγικής του κάπας πριν σπεύσει για βοήθεια. Ο δικός μου υπέρ-ήρωας

Χαμογέλασα και  τον φίλησα στο δροσερό του μάγουλο. Ήμουν ευτυχισμένη που είχα αποφασίσει να βγω  έξω από τη μαύρη μου φόρμα…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s