ο Μικης και το κουνελι στιφαδο / Uncategorized

Ο Μικης και το κουνελι στιφαδο

 

Κυριακή μεσημέρι στην πόλη. Περπατώ ανάμεσα στα λιγοστά δέντρα του πεζοδρομίου και χαίρομαι τη δροσιά της φθινοπωρινής μέρας. Δίπλα μου βαδίζει γρήγορα και ζωηρά ο σκύλος μου, ο Ερνέστο. Σταματά να μυρίσει τα πεσμένα φύλλα και κουνάει την ουρά του ασταμάτητα, καθώς καταλαβαίνει  την διαφορετικότητα αυτής της Κυριακάτικης βόλτας.

Ο ουρανός είναι βαμμένος με ένα μαγικό μπλε.

Κοιτάζω ψηλά, επάνω από τη γραμμή που σχηματίζουν οι άχαρες πολυκατοικίες και φαντάζομαι πως είμαι μόνη στην πόλη μου, πως με ξέχασαν εδώ, παρατημένη να περιδιαβαίνω στα πάρκα του Οκτώβρη, με ένα δερμάτινο λουρί περασμένο στο χέρι και τη θλίψη μιας  έρημης Κυριακής στα μαλλιά μου.

Σταματώ στο περίπτερο, ψάχνω ένα περιοδικό, δεν ήρθε ακόμα, με ενημερώνουν. Η ανθρώπινη φωνή, καθόλου δεν με αποσπά από την ονειροπόληση μου, απλά με αποσυντονίζει για μια ελάχιστη στιγμή και συνεχίζω το δρόμο μου.

Τα βήματα μας φτάνουν σύντομα στον αρχικό τους προορισμό, στο σπίτι των γονιών μου.

Ο Ερνέστο τρέχει πάνω κάτω αλαφιασμένος από χαρά, οι μυρωδιές της κουζίνας τον τρελαίνουν. Κάθεται σοβαρός μπροστά στο φούρνο, δείχνοντας μας πως έχει ανακαλύψει την πηγή που τον παλαβώνει και περιμένει υπομονετικά, σαν πεινασμένο παιδί, να γευτεί μια μικρή μπουκίτσα από το φαγητό της μαμάς.

Έχει μαγειρέψει κουνέλι στιφάδο και είμαστε όλοι σίγουροι πως το πέτυχε, γιατί η ευωδιά που μας διαπερνά για να φτάσει ως  το στομάχι μας, πριν καν το γευτούμε, είναι συναρπαστικά αισθησιακή.

Κοιτάζω τον πατέρα μου στα μάτια. Πάντα πεινασμένος, σαν δύσμοιρος άστεγος, όχι ιδιαίτερα επιλεκτικός, μα λιχούδης εκ γενετής. Προικισμένος  με μια καρδιά γερή σαν  ταύρου και μιαν ασίγαστη όρεξη για όλες τις απαγορευμένες από την  ηλικία του γεύσεις, καθισμένος  στο στρωμένο τραπέζι περιμένει  χαμογελώντας και ανοίγει το κρασί.

Η μάνα μου, αδύνατη σαν ανορεκτική έφηβη, ίδια και απαράλλακτη  όλα τα  χρόνια που τη θυμάμαι, σερβίρει πρώτα τον άντρα της, όπως έκανε πάντα, δίνοντας του την μεγαλύτερη μερίδα, αυτήν που είχε επιλέξει με ιδιαίτερη προσοχή, το πιο όμορφο πιάτο στο μάτι και κάθεται δίπλα του.

Τους χαϊδεύω με τη ματιά μου, τα χρόνια που κύλισαν, ευτυχώς, δεν τους αδίκησαν.

Με τι δύναμη ψυχής κατόρθωσαν δυο τόσο ετερόκλητοι  χαρακτήρες να δέσουν επάνω τους μια ζωή; Πόσο πόνεσαν κι οι ίδιοι από τη δική μας σιωπηλή απόρριψη;

Είναι ο χρόνος τελικά ο επουράνιος  γιατρός για τις πληγές που ανοίξαμε άθελα μας, ή μέσα στην δική τους καρδιά λαγοκοιμάται  πάντα για μας αξιωματικά η δική τους συγχώρεση;

Το φαγητό είναι μαγειρεμένο εξαιρετικά.

Μου θυμίζει τις παλιές καλές εποχές, όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρή για να εκτιμήσω  τις ικανότητες της και πολύ ιδιόρρυθμη για να πειστώ να δοκιμάσω τις γεύσεις που δεν μου άρεσαν, τότε που  η μάνα μου μαγείρευε πάντα και τις Κυριακές, που τις είχαμε σαν γιορτή. Και μοσχομύριζε ολάκερο το δυάρι από το μοσχαράκι που τσιγάριζε σε μια μεγάλη ανοιχτή κατσαρόλα και εγώ με τα αδέλφια μου, μπερδευόμασταν μέσα στα πόδια της παρακαλώντας την να μας τηγανίσει και πατάτες μαζί, που λαχταρούσαμε τόσο πολύ, γιατί καμία πατάτα τηγανητή δεν ήταν ποτέ τόσο τραγανή, μα και τόσο αφράτη, τόσο μοναδικά νόστιμη, όσο η δική της, ακόμα και τώρα.

Στο τραπέζι είμαστε τρεις, σε μια οικογένεια που είναι πενταμελής στον πυρήνα της.

Αν και θεωρούμαι αρκετά μεγάλη για να τραπεζώνομαι πλέον τις Κυριακές, εν τούτοις, διαισθάνομαι, πως αυτή η πρόσκληση σε γεύμα, εκτός από μια ένδειξη προσοχής και φροντίδας προς το άτομο μου, είναι η βουβή  κραυγή της ανάγκης  για επικοινωνία, το ανασάλεμα της ζωής που κάποτε ζούσαμε όλοι μαζί, η νοσταλγία των χρόνων που έτρεξαν  πυρετικά,  κόντρα στα ρολόγια που χτυπούν  ακόμα οι καρδιές τους.

Κατεβάζω τα μάτια μου στο λευκό τραπεζομάντηλο.

Δυσκολεύομαι να κάνω ειρήνη ακόμα και με τον εαυτό μου. Μεγάλωσα τόσο, που είμαι πλέον σε θέση να συνειδητοποιώ τον φόβο που κρύβεται στη σιωπή τους. Θα είναι άραγε καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι κι αύριο;

Άχαρος ο χρόνος και οι αναφορές στα άτομα που λείπουν σήμερα από κοντά μας, δεν ωφελεί.

Επιλογές ζωής, συγκυρίες που επαναπαυτήκαμε να εμπιστευτούμε, λάθη που μας όρισαν, εντάσεις που πάγωσαν τη ματιά μας, μίση που κράτησαν μια ζωή, ευσεβείς πόθοι που πνίγηκαν στα δάκρυα μιας απώλειας, οι ζωές μας δεμένες ένα κουβάρι συναισθήματα, ένας ακανθώδης δαίδαλος από χαρές και πίκρες. Ένα ποτάμι κόκκινο, κοινό μας  αίμα.

Ο πατέρας μου σηκώνεται για να αλλάξει το cd που έχει εδώ και ώρα τελειώσει.

Το δωμάτιο ξεχειλίζει από την ομορφιά της φωνής του αμίμητου Μπιθικώτση. Άρνηση.

Τα μάτια μας γαληνεύουν, φιλιώνουν πάνω από τα γεμάτα κρασί ποτήρια, μέσα σε μια σχισμή που άνοιξε με την επιβλητικότητα της μουσικής του ο  Μίκης, στην υγεία μας, να είμαστε καλά, να ζούμε κι ας πονάμε.

<Πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή.>

Η διακριτική  παρουσία της άνω τελείας, η ειδοποιός διαφορά ενός τετελεσμένου γίγνεσθαι. Θα αλλάξουμε, ζωή.

Έφυγα για το άδειο μου σπίτι  την ώρα που σουρούπωνε. Ο ουρανός είχε χρώμα σταχτί.

Δεν ήμουν μόνη στην πόλη τελικά. Ούτε και θα ήθελα να είμαι.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s