ημιτελής σονάτα για πιανο

Ημιτελής σονάτα για πιάνο

Η κυρία Αρσινόη ήταν εβδομήντα ετών  όταν χτυπήθηκε από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Συνταξιούχος εκπαιδευτικός, προσφάτως χήρα και έξοχη πιανίστρια, στάθηκε τυχερή να αγαπήσει και να αγαπηθεί πολύ στη ζωή της, όχι μόνο  από τον μακαρίτη πλέον σύζυγο της,  που εξακολουθούσε να λατρεύει με το ίδιο πάθος καθημερινά, μα και από την πλειονότητα των μαθητών που μέσα στα χέρια της ευλαβικά μάθαιναν  τα μυστικά της  ζωής που τους ανήκε.

Δεν είχε εγγόνια, παρά μόνο μια θυγατέρα, η οποία αν και κατοικούσε σε διαφορετική πόλη, την επισκεπτόταν συχνά και την φρόντιζε μόνο όσο η κυρία Αρσινόη της επέτρεπε, καθώς η δυναμική  φύση της δεν είχε φθαρεί με τα χρόνια, ούτε  η χηρεία της την είχε κάμψει.

Με την παρουσία όμως του εγκεφαλικού, έγινε αμέσως φανερό πως η παλιά δασκάλα θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μια φροντίδα  εξ’ απαλών ονύχων και εκ του μακροθεν, όσο και αν η ίδια θεωρούσε πως το σημαντικότερο όλων δεν το έχασε, την κινητικότητα των άνω άκρων  της δηλαδή, καθώς και την διαύγεια του μυαλού της.

Το αναπηρικό καροτσάκι έκανε την εμφάνιση του στο παλιό ηλιόλουστο σπίτι με τα μαρμάρινα δάπεδα και οι χώροι άρχισαν να προσαρμόζονται για να υποδεχτούν τις πρώιμες άτσαλες και νευρικές κινήσεις της κυρίας Αρσινόης,  που εκπαιδευόταν στωικά να αποφεύγει να χαράζει τις πόρτες σε κάθε  της πέρασμα.

Οι παλιοί μαθητές της που  κατά καιρούς την επισκέπτονταν και της έκαναν παρέα δίπλα στο πιάνο, ενώ αναπολούσαν  τις  γλύκες  μέρες της νιότης τους δίπλα στην κραταιά δασκάλα,  με τα άσχημα μαντάτα της υγείας της, άρχισαν να στοιβάζονται  καθημερινά  στη μεγάλη σάλα, με τον στιβαρό καναπέ που την πλάτη του κοσμούσαν πράσινα λουλούδια και λευκά σεμεδακια.

Τα πατήματα τους αντηχούσαν σε όλο το σπίτι καθώς έτρεχαν να φέρουν ότι επιθυμούσε, ένα κρύο νερό, μια κουβέρτα για την απογευματινή δροσούλα, μια παρτιτούρα και εκείνη έσπρωχνε  τότε το αναπηρικό της καροτσάκι μπροστά στο εβένινο πιάνο της, ενώ κλείδωνε τα αλμυρά της δάκρυα  από τη ματιά τους, και έπαιζε για όλους όσους βρισκόταν δίπλα της, έπαιζε για τους ορατούς της ακροατές, μα και για όλους τους αόρατους που η μνήμη της δεν είχε αποβάλει και το μυαλό της αδυνατούσε να λησμονήσει.

Και ήταν το παίξιμο της τόσο απόκοσμα υπέροχο, τόσο μοναδικά απαλό και μελετημένο, που λες και η μουσική γεννιόταν τούτη την μαγική στιγμή μονάχα, πως δεν είχε ποτέ ξανά όμοια ακουστεί,  με  μιαν ατόφια μελωδικότητα  που πήγαζε θαρρείς από το είναι της, βγαλμένη από  βαθιά μέσα της,  τυλιγμένη με όμορφες θύμησες και ηλιόλουστες μέρες ,με ανομολόγητα μυστικά αιώνων κρεμασμένα  στα ακροδάχτυλα της,  απαλλαγμένη από σκοταδισμούς και δυσπιστίες, πλημυρισμένη από ήχους φιλιών, αγαπημένα χέρια πλεγμένα σφιχτά,  με την πληρότητα του γυρισμού στο σπίτι, μουσική πλασμένη από πόθους και ελπίδα,  μουσική αντάξια  παιγμένη για βασιλείς.

Έσκυβε το κεφάλι της σεμνά μπροστά ,σαν υπόκλιση, μόλις τέλειωνε και το χειροκρότημα των ακροατών της την επανέφερε στον κόσμο της αναπηρίας της, ένιωθε τότε το άκαμπτο μισό της σώμα πάνω στο μεταλλικό καρότσι, έβλεπε την λύπηση στα μάτια των παιδιών της που είχαν ήδη γκριζάρει τα  περισσότερα καθώς σαραντάρισαν,  οσμιζόταν την μυρωδιά του φόβου τους για την έκβαση της ζωής της και αποχαιρετούσε τη μορφή του συζύγου της που την συντρόφευε με την χλωμή του εικόνα δίπλα στο πιάνο όσο εκείνη έπαιζε.

Για εκείνον έπαιζε, μόνο για τα δικά του αυτιά υπερέβαλλε πάντα τον εαυτό της, μόνο για την δική του κριτική μάτωνε καθημερινά τα δάχτυλα της καθώς εξασκούταν νύχτα μέρα για να τελειοποιήσει το παίξιμο της.

Και είχε νιώσει τότε εκείνος τόσο μεγάλη ικανοποίηση όταν κατάφερε να ανταπεξέλθει στην  δύσκολη πολυτονικότητα του  Στραβίνσκι και στον εκκεντρικό υστερο-ρομαντισμό του  Μάλερ.

Στο κρεβάτι της δίπλα στέκει  πάντα η δική του φωτογραφία.

Το κομοδίνο του είναι  ακόμα ταχτοποιημένο με τη δική του μεθοδολογία, τα βιβλία αριστερά, το ρολόι δεξιά και  στο κέντρο η δική της φωτογραφία στο πιάνο, με το δεξί της χέρι στον αέρα, έτοιμο για το κρεσέντο που θα πυροδοτήσει το χειροκρότημα του δικού του χεριού.

Αν ήταν τώρα εδώ, άραγε θα την αγαπούσε με την ίδια ένταση?

Θα την φρόντιζε με στοργή δίχως τα μάτια του να την σκεπάσουν με οίκτο?

Πόσο  αξίζει αλήθεια μια μελωδία όταν μείνει μισή?

Είναι τόσο βαθύς και ατέλειωτος ο πόνος του αποχωρισμού, μια ημιτελής σονάτα  για πιάνο έχει απομείνει πια , μια ξεκρέμαστη νότα που φαλτσάρει καθώς σκίζει με το μεταλλικό της καροτσάκι την αέναη  σιωπή που εκείνος άφησε πίσω του.

Παίρνει το κασετόφωνο στην αγκαλιά της καθώς προσπαθεί να βολέψει το σώμα της  που δεν υπακούει στο κρεβάτι.

Η ημιτελής 8η του Σούμπερτ, ένα έργο απαράμιλλης ομορφιάς και λυρισμού,  που  ο συνθέτης δεν πρόλαβε  ποτέ να ολοκληρώσει  και που αποτυπώνει όλο τον πόνο του για την γνώση του επικείμενου θανάτου του, είναι η μουσική της επιλογή.

Το χέρι της φτάνει το μπουκάλι με τα υπνωτικά χάπια, πόσα άραγε να χρειαστεί απόψε?

Με μια μεγάλη αναπνοή καταπίνει τα ροζ χαπάκια ενώ τα μάτια της χαμογελούν στη φωτογραφία δίπλα της.

Στη μουσική δεν επιτρέπεται  ποτέ να μένει μισή, του γνέφει, ενώ η 8η ημιτελής συνεχίζει να ακούγεται δυνατά.

 

koritsi-piano

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s