θλιμμένη πεταλούδα

Θλιμμενη πεταλουδα

Όταν την αντίκρισα μετά από πολύ καιρό τυχαία, σε ένα από τα πολλά κοινά της μοίρας μας συναπαντήματα, σκέφτηκα κάτι που είχε πει ο   Ναμπόκοφ, πως τη συνείδηση κάθε πολύχρωμης πεταλούδας την βαραίνει ο θάνατος μια κάμπιας,  έτσι  έμοιαζε και εκείνη , όπως στεκόταν μπροστά μου, ίδια με  ισχνή θλιμμένη πεταλούδα  κάτω από το δυνατό φως της μέρας που άχνιζε στην άσφαλτο, με των ματιών της την τρελή λάμψη να αιχμαλωτίζει τους περαστικούς.

Είχε μόλις βάλει τη ζωή της σε μια τάξη, έτσι πίστευε, μετά από το γάμο της που τελείωσε άδοξα, όπως συμβαίνει για τους περισσότερους που ξεκινούν με τις καλύτερες προϋποθέσεις, έτσι κ για την ίδια, ένα κεφάλαιο που την πόνεσε πολύ  είχε κλείσει ,με πόνο βεβαία, και με ζωντανές τις μνήμες της φρίκης της ακόμα να χάσκουν σαν φρέσκιες  πληγές που αιμορραγούσαν πάνω στο ακριβό της φόρεμα.

Την θυμόμουν πάντα σαν μια  αδύνατη γυναίκα, μα τώρα καθώς τα μάτια μου ξέφυγαν από την ματιά της και συνέχιζαν την πορεία τους προς το σύνολο της μορφής της, είδα τα οστά  της να μαλώνουν με την επιδερμίδα της,  τόσο απόλυτα κοντά το ένα με ο άλλο, έτοιμα να σκίσουν την λευκή  σάρκα  που λες και  τα κρατούσε  φυλακισμένα από καιρό ενάντια στη θέληση στους,

Καθώς δεν ήθελα να την προσβάλω με οποιαδήποτε περίεργη ερώτηση, ούτε και να την φέρω σε δύσκολη θέση, φοβούμενη πως ίσως άκουγα κάτι που θα ήταν πολύ δυσάρεστο για να ειπωθεί, πρότεινα ένα γρήγορο καφέ για να τα πούμε, πρόσκληση που αποδέχτηκε με ευχαρίστηση.

Ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο της κρατούσε παρέα σε όλη τη διάρκεια του μικρού αυτού διαλειμματος, το κομψό της χέρι, απελπιστικά ελαφρύ, έμοιαζε σχεδόν ανήμπορο να ισορροπήσει το βάρος του φλιτζανιού, με ένα πικρό μικρό παιγνιδιάρικο χαμόγελο  στις άκρες των χελιών της με κοίταξε ίσια στα μάτια και έμεινε βουβή, ίδια με  πορσελάνινη κούκλα που πέταξε  μόλις από τα χέρια του ένα κακομαθημένο κοριτσάκι, λίγο πριν  τα λεπτεπίλεπτα χεράκια της  σπάσουν πάνω  στο μαρμάρινο δάπεδο,

Η ευθύτητα του βλέμματος της που φώναζε για να ακουστεί με παρέλυσε και η απόλυτη σιωπή της που την  διέκοπτε μόνο ο ήχος από το πιατάκι που έτριζε στην επαφή του με το φλιτζάνι ,σταμάτησαν τις λέξεις  μέσα μου, πριν καν να γεννηθούν τα φωνήεντα των ερωτήσεων που ήθελα να της υποβάλω.

Τότε, με μια κίνηση αερικού στα σκελετωμένα της μπράτσα, παραμέρισε  με χάρη τα σύνεργα του καφέ από τη μεριά της στο τραπέζι και μου άπλωσε το χέρι της, παγωμένο και στεγνό, ενώ τα μάτια της άρχισαν να υφαίνουν την ιστορία που βάραινε τη σκιά της μέσα στα δικά μου.

Πιστεύω ακόμα και τώρα, πως εκείνη τη στιγμή τα ρολόγια  γύρω μας  έχασαν έναν χτύπο, όπως έκανε και η κάρδια μου , καθώς η βραχνή βελούδινη φωνή της αντήχησε σαν μακρινή ξεχασμένη καμπάνα σε απόμερο ξωκλήσι.

<Μη μιλάς, μου είπε, άκουσε με μόνο, έτσι όπως έκανες πάντα όταν βρισκόσουν κοντά μου, το΄ χω ανάγκη. Θα ξεκινήσω από το προφανές, μιας και βλέπω στα μάτια σου την ανησυχία, μην τρομάζεις, δεν είναι κάτι κακό, έχασα 25 κιλά μέσα σε δύο χρόνια περίπου, πρέπει να σου φαίνομαι πολύ αδύνατη, μα εγώ πλέον το έχω συνηθίσει, δεν είναι από αρρώστια, όχι ακόμα τουλάχιστον, ούτε από δίαιτα, μα από πίκρα για τον τρόπο που αφέθηκα να πληγωθώ από τον άντρα μου, ας τον αποκαλέσω ακόμα με αυτόν τον χαρακτηρισμό, μιας και επέλεξε να αγαπήσει μια ξένη γυναίκα ενώ ήταν μαζί μου, νεότερη από μένα, και ενώ σε μένα δεν ήθελε να χαρίσει την  ευτυχία  της μητρότητας, ούτε και τν ψευδαίσθηση αυτής, μιας υιοθεσίας, τώρα μαζί της μεγαλώνει το παιδί του πρώτου γάμου της, παριστάνοντας  τον στοργικό μακρινό θειο, ή λησμονημένο σύζυγο, δεν ξέρω τι από  τα δυο και ενώ σε ξένη χώρα ανατρέφει ελπίδες και παιδιά που δεν του ανήκουν, έμενα δεν με αφήνει ελεύθερη, μιας και κατά τα λεγόμενα του που με πονούν ακόμα και μου δηλητηριάζουν την όρεξη για ζωή και φαγητό, εγώ είμαι η μια και παντοτινή γυναίκα του,  μοναδική στον κόσμο οικογένεια του.

Ξέρω, θα μου πεις πως η εποχή μας έχει τεράστια προβλήματα, κρίση,  οικογένειες άνεργες που προσπαθούν να επιβιώσουν με το ζόρι, χωρίς στήριξη ούτε και ελπίδα από πουθενά και δεν το βάζουν κάτω, γιατί γνωρίζουν  καλά πως αν το κάνουν θα πεθάνουν οι καρδιές τους, θα μαραθούν τα χαμόγελα των παιδιών τους, δεν είμαι απλοϊκή, ούτε και αφελής, μα ούτε και αλαζόνας υπήρξα ποτέ, αυτό που πάντα στη ζωή μου ποθούσα και ονειρευόμουν, να είμαι γερή στα πόδια μου και να έχω μόνο έναν ώμο να γείρω όταν κουραστώ, μια αγκαλιά να ανοίγει διάπλατα μόνο για μένα, πες μου, είναι πολύ αυτό να ζητήσω και να έχω στη ζωή?

Βλέπεις πως δεν αναφέρω πια ένα παιδί, αυτό και αν ήταν το δικό μου ζητούμενο, ευχή και πόθος που ακόμα καίει, αλλά τα χρόνια πια έχουν περάσει τόσο βάναυσα και αδυσώπητα, που μόνο παρηγοριά μου προσφέρουν στην ιδέα πως  θα τυραννούσα τώρα μια ψυχούλα που δεν θα έφταιγε να πληρώνει για τις  δικες μας επιλογές.

Αφήνω απλά τον χρόνο να περάσει και αδιάφορη παρατηρώ τα γυρίσματα του, τα τερτίπια του, με το βλέμμα μου κολλημένο στα φρεσκοβαμμένα ταβάνια της αλλοτινής μου ευτυχίας, προσμένοντας τον ύπνο, ή τη λήθη που δεν έρχεται και παραμένω μόνη και αβοήθητη να συμβιβάζομαι  με τους φθηνούς τους αντικαταστάτες, τις παράλογες σκέψεις, τον κρύο ιδρώτα της μοναξιάς  στα δωμάτια της απούσας αγάπης , αναζητώντας τα όνειρα ανάμεσα σε δεκάδες μπουκαλάκια ηρεμιστικών χαπιών, δεν υπάρχουν πουθενά, και οι παρέες λιγοστεύουν , όπως και ο χρόνος μου, τα δάκρυα στεγνώνουν σιγά σιγά,  αλλά η μνήμη παραμένει νωπή και με τυραννά, καθώς  ποτίζει με την  μυρωδιά του τα κολλαρισμένα λευκά σεντόνια,  σχηματίζει το περίγραμμα  της σκιάς του στον καθρέφτη στα άχρωμα ξημερώματα του  άυπνου μυαλού  μου.

Σου μίλησα πριν για τα γυρίσματα του χρόνου, που για μένα δεν μετρούν με τα συμβατικά ρολόγια, έχει ένα παράδοξο τρόπο ο καιρός να με συντροφεύει, τη μια στιγμή είναι τόσο κοντά μου ώστε νιώθω την ανάσα του να μου καίει τον αυχένα, και στο επόμενο λεπτό δεν είναι παρά μια  μαύρη τελεία σε ένα παλιό τετράδιο, αχνή από τα χρόνια, σταθερή και πάντα παρούσα, με αυτό πορεύομαι μια ζωή, με τα τεχνάσματα του, τον τρόπο που με πολιορκεί για να με παραπλανήσει μέσα σε στη δίνη που κάθε φορά σκαρφίζεται να μου ετοιμάσει, να με εκπλήξει, να με πλανέψει , να με αποπροσανατολίσει, ένας μάγος με τη μορφή του Αϊνστάιν που κρατά στα χέρια του  τα ρολόγια  της κβαντικής λογικής,  με μακριά γκρίζα γενειάδα και σαρδόνιο χαμόγελο, με τα μικρά ποντικίσια μάτια του  να τρεμοπαίζουν   καρφωμένα πάνω μου κάθε  στιγμή, όπου καραδοκεί  αναγελώντας για το επόμενο στημένο  στραβοπάτημα μου.

Σε ένα τέτοιο λοιπόν κοίλωμα του δικού μου χρόνου, ισο  με τη διάρκεια μιας εκπνοής, ενώ τα οράματα της φρίκης που περνούσα γίνονταν ολοένα και πιο φευγαλέα, είχα ξανά αρχίσει να τρέφομαι ως άνθρωπος, τα σεντόνια μου πια δεν έφεραν παρά τη δική μου μόνο μυρωδιά και αρκετές ήταν πια οι νύχτες  μου με όνειρα χωρίς την συνοδεία  ηρεμιστικών στο κομοδίνο, συνάντησα  τυχαία εκείνον που αγάπησα πρώτον από όλους τους υπόλοιπους, εκείνον που είχα μοιραστεί μαζί του το πρώτο μου φιλί, εκείνον που θυμόμουν πάντα όταν έμενα μόνη, που μου κράτησε συντροφιά χωρίς να το γνωρίζει στις μοναχικές μου αναμνήσεις, που στο άκουσμα του ονόματος του πάντα έστρεφα το κεφάλι με την ελπίδα πως θα ήταν αυτός  κάπου γύρω μου  όπου έφτανε η φωνή που τον καλούσε  να ακουστεί, το αγόρι  που είχα αγαπήσει ως έφηβη και συνέχιζα να αναζητώ ως ενήλικη σαν άντρα πια.

Δεν είμαι καλή στις περιγραφές, μα θα σου πω ότι  ένιωσα πως η καρδία μου θα με πρόδιδε, μόλις αντίκρισα τα θαλασσοδαρμένα μάτια του να κοιτάζουν βαθιά μέσα στα δικά μου, έλεγα να πέθαινα καλύτερα τούτη την ώρα,  με τη σταγόνα ενός απέραντου  ωκεανού που σκορπούσε η ματιά του σε όλο μου το είναι, μια  χαραγματιά βαθιά στα ίσαλα μου, λες και η μοίρα μου το είχε καλά φυλαγμενο το καλύτερο χαρτί της να είναι το πρώτο μου τότε, το τελευταίο μου τώρα.

Ήταν τόσο ίδιος όσο και διαφορετικός, όμορφος μέσα στην ωριμότητα του, με την ίδια παιχνιδιάρικη  ματιά που λάτρευα να αποκωδικοποιώ με τις ώρες, ελάχιστα πιο παχύς και με την καρδιά του σημαδεμένη από μια επέμβαση που τον άφησε με μια έκδηλη  μόνιμα ανησυχία και με αμέτρητα φάρμακα στις αποσκευές του.

Ένιωσα πως ίσως ο μάγος του χρόνου μου, αυτός ο στυγνός φαρσέρ της μοίρας μου, ο Αϊνστάιν που όριζε την καμπυλότητα του σύμπαντος μου, είχε πιθανόν αποκοιμηθεί για λίγο, βαριεστημένος και αποχαυνωμένος  από την αδιάκοπη σταθερότητα των τροχιών που διέγραφα  με τη μονοτονία ενός ρυθμικού σολφέζ, μιας επαναλαμβανόμενης φούγκας.

Οι μέρες μου άλλαζαν χρώμα, κάθε φορά που ήταν δίπλα μου βάφονταν γαλάζιες, ίδιες με τις θάλασσες που κυμάτιζαν στα μάτια του κάθε φορά που μου έλεγε πως μ αγαπαει, σε κάθε βαθύ του φιλί μια αύρα προσμονής  στροβιλιζόταν μέσα μου σαν μεθυσμένη από έρωτα χιονονιφάδα, μια δέσμη από φως κεντημένο με κρυφές ελπίδες για το νέο αυτό χαμόγελο που έντυσε τη ζωή μου με μια ολοκαίνουρια  αστραφτερή φορεσιά ξεχυνόταν άπλετο και καθάριο σε κάθε κύτταρο  του ξαναγεννημένου μου εαυτού.

Κουβαλούσε και αυτός τις πληγές του από το πέρασμα των χρόνων που διαβήκαμε χωρίς ποτέ να συναντηθούμε.

Βρισκόταν σε διάσταση από τη γυναίκα του εδώ και ένα χρόνο, την όποια και θεωρούσε υπεύθυνη για την πρόωρα σημαδεμένη από το χειρουργικό νυστέρι καρδιά του, του έλειπαν τα παιδιά του, ενήλικες πια, που δεν έβλεπε τόσο συχνά όσο εκείνος λαχταρούσε και θεωρούσε τον εαυτό του ειλικρινά τυχερό καθότι του είχε απλόχερα χαριστεί μια δεύτερη ευκαιρία, όχι μόνο από την ίδια του την καρδιά που δεν τον πρόδωσε  παρά το ταρακούνημα της, μα και από τον  θεό του έρωτα που είχε λησμονήσει να θυμάται.

Θέλω μαζί σου να είναι όλα καινούρια, μου είχε πει, ότι μας περιβάλλει, ότι ακουμπάμε, τα δικά μας νέα αντικείμενα που θα καθορίζουν τα όρια κα τον χώρο μας, τα μικρά και μεγάλα της ζωής μας απαραίτητα και ασήμαντα, όλα καινούρια για μας που περάσαμε τη μισή  ζωή μας σαν απλοί παρατηρητές του χρόνου που μετρούσε άχαρα  τα άδεια μας σώματα, αδέκαστος  μετρονόμος στην σκληρή πραγματικότητα των στιγμών που ζούσαμε χωριστά.

Ήλιε μου, έτσι με αποκαλούσε και ίσως να είναι αλήθεια πως ήμουν, έτσι με έκανε να νιώθω, με αυτό το φως έλαμπα κάθε που συναντιόμασταν, γινόμουν  ένα σκανταλιάρικο παιδί στην αγκαλιά αυτού που είχα επιλέξει να μου δείξει τον κόσμο από την αρχή, χωρίς σκιές να παραφυλούν σε  υγρές σκιερές γωνίες , με τη δύναμη του έρωτα πλασμένη  μέσα μου, δίπλα του, ασφαλής και ατρόμητη στα όρια της δικής του αγάπης.

Ξεκινήσαμε να αναζητούμε ένα νέο σπίτι, το σπίτι μας, τη φωλιά που θα κτίζαμε μόνο για εμάς και τις δικες μας συνήθειες και αναμνήσεις από το μηδέν.

Ανακαλύπταμε διαρκώς κρυμμένους θησαυρούς σε κάθε κάμαρα που ατενίζαμε, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον αποφασίζαμε από κοινού αν θα ήταν αυτό ή όχι το ιδανικό νέο μας σπιτικό, απαλλαγμένο από τις ξεχωριστές όσο και παρόμοιες σκληρές συνθήκες που μας ένωσαν.

Δεν μας πήρε πολύ χρόνο για να καταλήξουμε στο κατάλληλο. Ένα λαμπερό δυάρι, με μια αξιοζήλευτη βεράντα, που θα γέμιζε με το άρωμα  του βασιλικού που πάντα λάτρευα να μυρίζω,

Ήταν τόσο  μεγάλη η έξαψη που ένιωθα για το απρόσμενο βήμα που ετοιμαζόμουν να κάνω μαζί του, που δεν έβλεπα μπροστά μου τίποτε άλλο, παρά μόνο τις εικόνες μας αγκαλιασμένες στη βεράντα των καυτών μεσημεριών του Αυγούστου, τις σκιές μας που έσμιγαν κάθε που ο ήλιος έδυε.

Κάπου εκεί χρονικά, τότε που στο δικό μου μυαλό κυριαρχούσε μόνο το μέλλον που μας περίμενε πίσω από την καρυδένια πόρτα και ενώ επιλέγαμε τα χρώματα του νέου μας καναπέ, κάτι άρχισε να αποσυντίθεται και η ύπουλη μυρωδιά του με επανέφερε ξαφνικά  βίαια  στο κέντρο βάρους μου.

Αντιμετώπιζε είπε κάποια προβλήματα προσαρμογής με την κόρη του, τώρα πως είναι δυνατόν, ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο, ένα παιδί, που δεν το λες παιδί στα είκοσι δυο της, αίφνης να παθαίνει κατάθλιψη για την απουσία του πατέρα της, είναι γεγονός που αδυνατούσα  να κατανοήσω και να αποδεχτώ.

Όταν επέστρεψε από το τριήμερο ταξίδι στην κόρη του, το σαλόνι μας, είχε μόλις εγκατασταθεί στο χώρο, Όμορφο και ολοκαίνουριο, μας καλούσε κοντά του να το κακοποιήσουμε  με το βάρος των σωμάτων μας να χαράζουν σχήματα στα αστραφτερά του μαξιλάρια.

Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι σφιχτά στο πάτωμα εκείνο το βράδυ, ή μάλλον, παριστάναμε τους κοιμισμένους και οι δυο, ενώ ταξίδευαν χιλιόμετρα μακριά οι σκέψεις μας, άλλαζαν δρόμους για να μην συναντηθούν,  ένα  βουβό κλάμα που το μεταποιήσαμε σε βαθύ άτσαλο ύπνο, για να μην παραδεχτούμε πως η στιγμή μας είχε απομακρύνει.

Για να μην σε κουράζω καλή μου, σύντομα ήρθε το δεύτερο ταξίδι και τη στιγμή που τον αγκάλιασα στο κατώφλι μας, τα μάτια του ήταν  θλιμμένα , η θάλασσα μέσα τους θολή και λασπωμένη, τότε τον έσφιξα πάνω μου ακόμα πιο σφιχτά, καθώς είχα διαβάσει στα νερά της παλίρροιας που τον έπνιγε, πως δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ.

Μένω ακόμα στο ίδιο σπίτι, στο σπίτι που κράτησε για λίγο τον ήχο της φωνής του.

Έλαβα ένα μήνυμα του μόνο από τη μέρα που έφυγε, μια ξερή όσο και επιτηδευμένη εξήγηση για τους λόγους που τον οδήγησαν μακριά μου.

Η γυναίκα που δεν τον αγαπούσε όσο τον είχε δεδομένο δίπλα της, αυτή για την οποία η  καρδιά του είχε χάσει την σταθερότητα της, βρήκε τον τρόπο να τον διεκδικήσει και να τον κρατήσει πλέον κοντά της, όχι ως δεδομένο πια,  παρά  ως ζητούμενο.

Άλλωστε, είναι πιο εύκολο να αγαπάς αυτό που κάποτε ήταν δικό σου , παρά να προσπαθείς να αγαπήσεις αυτό που δεν θα γίνει ποτέ.

Αυτό είναι η συνήθειαblack_and_white_butterfly_by_m3ntal  και δυστυχώς, για ακόμα μια φορά με νίκησε καλή μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s