ακου φιλε

Άκου φίλε..

Δεν σε γνωρίζω φίλε και ο χρόνος που θα έχουμε μαζί, πίστεψε με , δεν θα είναι αρκετός, δεν θα με μάθεις. Ούτε κ εγώ εσένα.

Μόνο να με ακούσεις θέλω. Μην προσπαθήσεις να με δικαιολογήσεις, ούτε και να με αποτρέψεις, ξέρω καλά πως αυτός είναι ο σκοπός σου, μα δεν θα πιάσει.

Μοναδικέ  μάρτυρα της θλιβερής μου  απόγνωσης και ακροατή της λύπης μου, ξέχνα για λίγο τον φόβο σου, κάθισε νωχελικά στην ταράτσα της πρώτης και τελευταίας μας συνάντησης και άνοιξε μου τα παράθυρα της  ψυχής σου, στόλισε την και ετοίμασε την να καλοδεχτεί τα λόγια που δεν θέλω να κρατήσω άλλο μέσα μου.

Κάποτε φοβούμουν τα ύψη, τρόμαζα στην ιδέα πως θα σκόνταφτα κάποια στιγμή σε όποιο ψηλό μέρος βρισκόμουν και πως θα έπεφτα στο κενό.

Δεν σου κρύβω βέβαια, πως έχουν υπάρξει και στιγμές που φλέρταρα ασύστολα με την ιδέα να πηδήξω από το μπαλκόνι μου, μα πάντα  έβρισκα λόγο  να με κρατήσει όρθια, ίσως ακόμα και την προοπτική πως δεν θα πραγμάτωνα το μόνιμο, το αμετάκλητο που θα επιθυμούσα  και πως θα παρέμενα η καρικατούρα μιας κουτσής παραμορφωμένης  φιγούρας,  που θα αποποιούμουν σε όλο το μίζερο υπόλοιπο της ζωής που θα με περίμενε, άχαρη, στηριγμένη σε δεκανίκια και  σε χέρια που θα υποχρέωνα να γίνουν αίφνης στοργικά.

Μεγάλωσα με την πεποίθηση πως η αγάπη  ενός παιδιού προς τους γονείς του είναι αυταπόδεικτη, πως ρέει στο αίμα μας  από τη στιγμή της γέννησης μέχρι την έσχατη στη ζωή μας αναπνοή, όμως, λάθεψα.

Πίστευα πως η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά τους είναι αυτονόητη, ολοκληρωτική  και αδιαπραγμάτευτη, όμοια με τον κύκλο της ζωής , μα προδόθηκα.

Εμπιστεύτηκα  και αγάπησα ανθρώπους που επέτρεψα να έρθουν τόσο κοντά μου όσο εκείνοι επιθυμούσαν, χωρίς ποτέ να κρατήσω άμυνα απέναντι τους, μα  ούτε και κακία, μέγα λάθος.

Άκου φίλε, άσε με να φέρνω βόλτες σε τούτη την καυτή ταράτσα,  αναμετρώντας  τη δύναμη του κενού που με καλεί να γράψω τη δική μου ιστορία όπως εγώ την επέλεξα.

Μπορεί να σου μοιάζει παράδοξο, μα αγαπώ τη ζωή.

Λάθος, είμαι ερωτευμένη με τη ζωή, παθιάζομαι μαζί της, όλα της είναι τόσο πρωτόγνωρα και πανέμορφα ταχτοποιημένα, οι χαρές της, οι μακριές  νύχτες της αϋπνίας της, όταν  το μυαλό ταξιδεύει στα απέραντα  πελάγη των  ερώτων και των ερωτηματικών τους, οι πίκρες της, που δυναμώνουν το πείσμα και την καρτερικότητα, τα ξεχασμένα από το χρόνο μεσημέρια των υποσχέσεων, με την προσμονή της πανάκριβης πλανεύτρας νύχτας,  μυρωδιές που φέρνουν δάκρυα στα μάτια, μνήμες που λιώνουν  από τρυφερότητα, όνειρα που γεννιούνται μέσα σε κάθε νέο λεπτό, ένας καταιγιστικός ανεμοστρόβιλος εικόνων και συναισθημάτων  που ξετυλίγεται με απίστευτη μαεστρία και γεωμετρική συνέπεια, μόνο για τα δικά μου μάτια.

Με ρωτάς πως έφτασα  τότε εδώ, πιστεύεις πως αναιρώ τον εαυτό μου, ή πως μπλοφάρω?

Ότι έζησα δεν το αναιρώ, δεν το μετανιώνω, δεν το αποστρέφομαι, ούτε τα όμορφα, ούτε και τα άσχημα που κρατούν την ισορροπία της λέξης που προσμετρά την έννοια της  ευτυχίας.

Αλλά, φίλε, αυτά τα τρία τελευταία χρόνια της σήψης, με γονάτισαν, έσπασαν μέσα μου όλα τα κομμάτια που  με κρατούσαν σφιχτά αγκαλιασμένη με την λογική μου και με κατακερμάτισαν.

Δεν έχω λόγο να ζω όταν σφίγγω το στομάχι μου καθημερινά κάθε φορά που αντικρίζω έναν καινούριο άστεγο στη γειτονιά μου, όταν τα ελληνικά δικαστήρια αθωώνουν τον πρώην  εργοδότη μου για την μη καταβολή του δώρου  που οφείλει  σε έμενα και σε 115 πρώην συναδέλφους  εδώ και δυο χρόνια, όταν γνωρίζω εκ προοιμίου πως δεν θα πάρω ποτέ στα χέρια μου  τα χρήματα για  δεδουλευμένα πέντε μηνών, όταν ξέρω πως δεν έχω το κουράγιο να γίνω  τιμωρός και εκδικητής του δικού μου δίκαιου.

Μα σκέπτομαι μετά πως και εγώ κάποτε σώπαινα στο άδικο, έβλεπα, μα δεν μιλούσα, πέταξα  και εγώ  μια μικρή πέτρα και λιθοβόλησα την δικαιοσύνη και την δημοκρατία στη χώρα μου, μπορεί να μην χρηματίστηκα, μα κάπου , σαφώς κάτι δεν έκανα ως όφειλα, ξέχασα τι σημαίνει  να είμαι πολίτης και αφέθηκα να καταπολιτεύομαι, από πολιτοφύλαξ  κατέληξα απόπολις.

Και μετά, το σύστημα με έφτυσε, ένα χαλασμένο γρανάζι ήμουν τελικά, εξοστρακίστηκα. Και πόνεσα πολύ.

Συνειδητοποίησα πως ζω πλέον σε μια χώρα για την  οποία δεν υπάρχουν προσλαμβάνουσες  παραστάσεις, γιατί η πραγματικότητα όπως μας προτρέπουν να την πιστέψουμε δεν αρμόζει σε έναν πολιτισμένο κόσμο.

Έτσι όπως καίει ο ήλιος αυτή τη στιγμή τα μάτια μου φίλε, με αυτή την ηδονικά γλυκιά του θέρμη, έτσι θέλω να με θυμάσαι, με τα μάτια σου σφαλιστά κόντρα στον ήλιο.

Θα σου πω και το τελευταίο που με συγκλόνισε, μια εικόνα που κουβαλώ μέσα μου με βαριές τις αλυσίδες της μνήμης.

Σε μια βραδινή μου βόλτα προχθές νομίζω, περνούσα τυχαία έξω από μια εκκλησία.

Στο πεζούλι  της, καθόταν μια  ηλικιωμένη κυρία, με μπεζ ταγιέρ, λίγο σκυφτή, με λευκά μαλλιά.

Καθώς την προσπερνούσα, το βλέμμα μου σκάλωσε στο χέρι της που είχε ντροπαλά προτεταμένο σε στάση επαιτείας.

Μου πήρε  δέκα βήματα για να αποκωδικοποιήσω την εικόνα που είχα αντικρίσει και να την επεξεργαστώ ως αληθινή.

Γύρισα πίσω, έσκυψα πάνω της, τρόμαξε λίγο από το σφίξιμο που χεριού μου στο χέρι της, είδα μέσα στα θολά γαλάζια μάτια της ένα βουβό κύμα πόνου και εγκατάλειψης, ντράπηκα, δεν είμαστε άνθρωποι, σκέφτηκα, μόνο σάρκες που τρέφονται με σάρκα.

Γιατί, την ρώτησα, ενώ το κεφάλι μου πονούσε από την  ηρεμία της εικόνας της, τα μπεζ καστόρινα παπούτσια της και τον κομψό τρόπο που κρατούσε την εύθραυστη μικρή της χούφτα μισόκλειστη.

Είχε χηρέψει, η σύνταξη της μειώθηκε στο γενικό πλαίσιο του  εθνικού κουρέματος στο μισό, τα παιδιά της ήταν άνεργα και εκείνη ήταν πολύ περήφανη αλλά και πολύ αυτάρκης μέχρι πρότινος, για να τους φορτωθεί, έτσι αποφάσισε αφού είχε  προσευχηθεί με πάθος για πολύ καιρό και τίποτα δεν είχε βελτιωθεί, να ντύνεται  με τα καλά της και να ζητιανεύει με το κομψό της χεράκι να κοιτάζει  προς τον ουρανό,  ενώ θα έκρυβε από τους περαστικούς τα υγρά μάτια της ντροπής της.

Δεν θα σου πω άλλο φίλε, αυτό νομίζω είναι αρκετό, αν θέλεις, είναι η σταγόνα στο δικό μου ποτήρι.

Αρνούμαι να παριστάνω πως δεν έχω μνήμη, κρίση και ταυτότητα.

Αρνούμαι να επικροτώ τις διαβουλεύσεις άλλων για τη ζωή μου και ως άλλη Πυθία να μεταφράζω τα σημάδια για την έκβαση του μέλλοντος μου.

Αρνούμαι να είμαι persona non grata στον τόπο που έμαθα να λατρεύω από την κοιλιά της μάνας μου.

Αρνούμαι να δω τον εαυτό μου να ζητιανεύει έξω από μια εκκλησία.

Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν άρνηση της λογικής. Είναι ρεαλισμός, και προσγείωση, η δική μου προσγείωση φίλε, άκου, να με θυμάσαι, γεια σου.Image

Advertisements

One thought on “Άκου φίλε..

  1. Ο πόνος, ο φόβος, το χαλασμένο όραμα (όνειρο), το άρωμα που ξεθύμανε, το λαγήνι που δε λέει να στερέψει, αυτό το «έσω φως», μια στάλα από ένα μέγα τίποτα, όλα αυτά και άλλα τόσα συναπαρτίζουν την όντως ζωή. Θα ‘θελα να μπορούσα, μα δεν μπορώ, θα ‘θελα τα τολμούσα, μα δεν τολμώ. Κόκκος σκέψης, στο χάος που αποτολμά κατά τόπους να αποκτήσει τάξη, συνεπώς αυτάρκεια, έξοδο και καταδίκη. Όταν η ύλη καθίσταται έλλογος, τότε τα δικαιώματα απέχουν, οι υποχρεώσεις συνθλίβουν…..
    Τελειώνω με ένα απόσπασμα από το Gerontion, του αγαπημένου μου T.S.Eliot, και με την αγάπη μου για σένα:

    Επειτ’ από τόση γνώση, ποιά συγχώρεση; Στοχάσου τώρα
    Πολλά περάσματα πανούργα έχει η ιστορία, φκιαχτούς διαδρόμους
    Και ζητήματα, ψιθυρίζοντας φιλοδοξίες ξεγελά,
    Μας καθοδηγεί με ματαιότητες. Στοχάσου τώρα
    Δίνει όταν η προσοχή μας χαλαρώνει
    Κι αυτό που δίνει, το δίνει έτσι πονηρά μπλεγμένο
    Που να λιμοκτονεί από την προσφορά η επιθυμία. Δίνει πολύ αργά
    Αυτό που χάθηκε σαν πίστη, ή κι αν ακόμη το πιστεύουμε,
    Στη μνήμη μοναχά, αναθεωρημένο πάθος. Δίνει πολύ νωρίς
    Σε χέρια αδύναμα, εκείνο που λογίζουν περιττό
    Ωσότου η απάρνηση σκορπίζει φόβο. Στοχάσου
    Μήτ’ ο φόβος, μήτε το κουράγιο μας γλυτώνουν. Αχρειότητες
    Γεννά ο ηρωισμός μας. Αρετές
    Προβάλλουν πάνω μας τα ειδεχθή εγκλήματά μας.
    Αυτά τα δάκρυα είναι καρποί του δέντρου της οργής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s