Uncategorized

Αγαπημένη μου Σκάρλετ Ο’ Χάρα

Το ρολόι δείχνει τρεις το πρωί και έχει περάσει ήδη  μιάμιση ώρα που οργώνω το κρεβάτι μου.

Στον επάνω όροφο ήχος από νερά που τρέχουν στο μπάνιο, κάποιος παίρνει  πολύ νωρίς το πρωινό του ντους καθαριότητας, ή απλά  ένας τυχερός μετά από μια ερωτική βραδιά.

Και εγώ  καρφωμένη με τα μάτια στο ταβάνι που αλλάζει σχήματα και με το δεξί μου χέρι στο μέρος της καρδιάς, συμμέτοχη σε  μια  μυστική ορκωμοσία που με βασανίσει με την δική της ιεροτελεστία κάθε βράδυ, πασχίζω να κοιμίσω τους φόβους που κρατούν το μυαλό σε εγρήγορση και απαγορεύουν  στα βλέφαρα να βαρύνουν.

Πανομοιότυπες  μοιάζουν να είναι πια οι νύχτες, όπως το τσίμπημα στο μέρος της καρδιάς, που δεν το αισθάνομαι τη μέρα, παραφυλάει όπως ο κυνηγός το θήραμα του , με την ίδια επιμονή και καρτερία, όχι νωρίτερα, πάντα στην ώρα του, πάντα ακριβές, ένα παλιό μπρούτζινο εκκρεμές που μεθαει από το σκοτάδι του δωματίου μου τις νύχτες και  κεντά με το αιχμηρό του βαρίδιο  σταυροβελονιά τα ζαλισμένα  του παραληρήματα  στο μέρος της καρδιάς μου.

Είναι  σε αυτές τις στιγμές που αναζητώ  την ανακούφιση στις αναμνήσεις που έχασα μέσα στα χρόνια, στις μικρές λεπτομέρειες ανθρώπων και έργων που στριμώχτηκαν πρόχειρα καθώς έκαναν τόπο για να φιλοξενηθούν οι νέες, οι φρέσκες, και σε  άλλες πάλι που διέγραψα γιατί μύριζαν απογοήτευση και πόνο,  που με κόπο προσπαθώ   να φέρω μπροστά στα μάτια μου δίχως να τις αδικήσω, μιας και εκουσίως στερήθηκα  το δικαίωμα να τις αναπολώ.

Ένα φουστάνι λευκό με γκρίζα ζωγραφισμένα ποντικάκια που  το είχε ράψει η μαμά μου όταν ήμουν δώδεκα χρονών, το φορούσα όταν έγινε ο σεισμός, την εποχή που πιάναμε τις αλάνες αγκαζέ  τα βράδια για να κοιμηθούμε όλη η οικογένεια μαζί σε ένα αυτοκίνητο, τα αδέλφια μου και εγώ με τα μαξιλάρια μας υπό μάλης, αγκαλιασμένα στο πίσω κάθισμα, με τα πνιχτά χαχανητά μας να προσπαθούν να καλύψουν  το φόβο για το αυτό το απόκοσμα κρύο γεγονός που αδυνατούσαμε να  συλλάβουμε και που  μας ξεσπίτωνε τις άχαρες νύχτες.

Τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα, στην εφηβεία μου, με τα βιβλία του γυμνασίου δεμένα με λάστιχο  αγκαλιά σφιχτά πάνω στο μπλε στήθος της ποδιάς, να περιμένω τη ματιά του, ίδια κάθε μέρα στο σχόλασμα, γλυκιά σαν ανομολόγητη συνομωσία, για εκείνο  το πεντάλεπτο που θα βρισκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλον και θα κοιταζόμασταν χωρίς ποτέ να ξεστομίζουμε  αυτά που το μυαλό είχε ήδη σχηματίσει ως λέξεις να καταθέσει, παρά θα απομέναμε να ατενίζουμε τη σκόνη των δρόμων που μας προσπερνούσαν και στον αποχωρισμό μας, ένα πεταχτό φιλί, ένα ιδρωμένο ραβασάκι με αδέξια γράμματα  στην παλάμη, ευτυχισμένοι και απύθμενα ερωτευμένοι μέσα σε  πέντε λεπτά.

Εκκρεμότητες, λίστες από αναρίθμητες επιθυμίες τα  κίνητρα  για το πλάνο της επόμενης μέρας, της υπόλοιπης ζωής, να θυμηθώ να κλείσω ραντεβού με τον γιατρό, έχω δουλειά το πρωί, αν δεν ξημερωθώ τι θα γίνει η κόρη μου, η  φωνή της μέσα στα αυτιά μου, να ψάξω να βρω εκείνο το αγόρι που τότε αδίκησα, το τσίμπημα ακόμα εκεί, ένα πεινασμένο σκουλήκι που έρπεται πάνω μου και τσιμπά με μανία  καθώς  χαράζει  το δικό του δρόμο με τα δόντια του, μικρά κοφτερά μαχαιράκια που δεν αφήνουν κανένα ίχνος.

Τι παίρνουμε μαζί μας τελικά?

Ξοδεύουμε μια ζωή φτιάχνοντας όνειρα που αμελούμε να πραγματοποιήσουμε, όχι γιατί δεν μας χαρίστηκε ο χρόνος, παρά γιατί πιστέψαμε  πως  θα είχαμε πάντοτε αρκετό.

Αδικούμε  ανθρώπους που δεν το αξίζουν  και ανεβάζουμε  σε γυαλιστερούς καλογυαλισμένους  θρόνους αυτούς που σαν τύραννοι βασάνισαν το μυαλό και τη νοημοσύνη μας.

Κλείνουμε τα αυτιά μας στα  βάσανα των άλλων και κρυφά σταυροκοπιόμαστε να ξορκίσουμε το ξένο κακό από κοντά μας.

Αγαπάμε με πάθος ανθρώπους που δεν διστάζουμε  με ευκολία να διαγράψουμε μια μέρα ολοσχερώς από τη ζωή μας.

Αδιάκοπα αναζητούμε το νόημα της ύπαρξης μας σε λανθασμένες διαδρομές , πεισματικά τις περισσότερες φορές, με έναν παιδιάστικα κακομαθημένο εγωισμό που μας αφήνει ξέπνοους ν’ ανακαλύψουμε  το σχήμα  που έχει  η μοναξιά μας μπροστά στης ψυχής τα αδιέξοδα.

Ξεχνάμε, πόσο γρήγορα ξεχνάμε..

Ξεχνάμε το σχήμα που έχει η αγκαλιά που αγαπάμε, τη γεύση που έχει  το φαγητό που μαγειρεύτηκε όχι με χρήματα, αλλά με αγάπη, ξεχνάμε να ριγήσουμε κάτω από τη σκεπή των αστεριών του καλοκαιρού, να μεθύσουμε με τους ήχους της απέραντης σιωπής του σύμπαντος, να ονειρευτούμε με τα ματιά ανοιχτα κάτω από τις αμυγδαλιές της πρώτης άνοιξης, ξεχνάμε να αποδεχτούμε την αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων, να ερωτευόμαστε παθιασμένα με όλα μας τα κύτταρα στολισμένα σαν γιορτή, να ακούμε τους άηχους φθόγγους που κρύβονται στην ανάγκη αυτών που εμείς οι ίδιοι  έχουμε  εξοστρακίσει,  ξεχνάμε αυτούς που κάποτε αποκαλούσαμε  φίλους και επιτρέψαμε να ξεριζωθούν από το μπράτσο μας, να συγχωρήσουμε αυτούς που θεωρούμε εχθρούς, ταμπουρωμένοι πίσω από εγωιστικά επιχειρήματα του παρελθόντος, ξεχνάμε  ν’ αγκαλιάζουμε συχνά τον άνθρωπο μας, να του χαμογελάμε σαν την πρώτη αλλά και τη στερνή φορά  και να του λέμε <σ’ αγαπάω>, πως το κυνήγι της ευτυχίας  είναι ο θρύλος του  δικού μας  χαμένου  θησαυρού, συνεπώς δεν χρειαζόμαστε χάρτες για να τον ανακαλύψουμε, ο καθένας μας γνωρίζει που βρίσκεται και με ποιον τρόπο θα τον ξεθάψει.

Το ρολόι δείχνει πέντε το πρωί, δεν είναι μακριά πια το ξημέρωμα.

Το σκουλήκι μοιάζει νυσταγμένο, τα τσιμπήματα του τώρα δεν έχουν την ίδια διάρκεια, ούτε και την προηγούμενη τους ένταση.

Νιώθω τα βλέφαρα μου βαριά, μα δεν θα κοιμηθώ.

Θα κάνω καφέ και θα περιμένω το ξημέρωμα στο μπαλκόνι μου, με την αγωνία και την  προσμονή του επιβάτη που αναμένει το καράβι της ελπίδας του στην αποβάθρα, με μια βαλίτσα στο χέρι, και το χέρι αντήλιο, θα περιμένω τη νέα μέρα να χαράξει, γιατί, όπως είπε και η αγαπημένη Σκάρλετ Ο’Χάρα,  αύριο είναι μια άλλη μέρα, και το δικό μου αύριο, ευτυχώς, είναι ήδη εδώ.

Image

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s