η απορια της Κλεοπατρας

Η απορια της Κλεοπατρας

Το σημερινό μουντό πρωινό μου ξεκίνησε με το άκουσμα μια μελωδίας του αγαπημένου Μ. Χατζηδάκη (in the cool of the night,με την αξεπέραστη φωνή του Nat King Cole) και με μια διακριτική , με συστολή διαδικτυακή ερώτηση που μου απεύθυνε μια μικρή φίλη και αναγνώστρια, αναφορικά με την ορθή  ή όχι χρήση της  λέξης που σημαίνει αυτό που  επιθυμώ,  στον γραπτό λόγο.

Ομολογώ πως η απορία της με εξέπληξε όμορφα, και  μου φανέρωσε την  ανησυχία ενός παιδιού που σκέπτεται βαθιά και ερευνά με πάθος , γεγονός εξαίρετο για το νεαρό της ηλικίας της.

Η συγκεκριμένη της ερώτηση μου έφερε αμέσως στο νου τον Καζαντζάκη, για το έργο του οποίου  όλα τα περίτεχνα   και πλουμιστά επίθετα της πλουσιότερης γλώσσας στον κόσμο, της δικής μας,  είναι φτωχά να το περιγράψουν, ανήμπορα  να σκιαγραφήσουν το μέγεθος του, τον οποίον της και πρότεινα να διαβάσει, εάν δεν το χει ήδη κάνει.

Ήμουν θυμάμαι και εγώ περίπου στην ίδια τρυφερή  ηλικία με την μικρή αυτή φίλη,  όταν τον πρωτοδιάβασα, γύρω στα δεκατρία μου, όταν με  με την πρώτη του φράση από την Ασκητική, είχα ολοκληρωτικά μαγευτεί.

Με μιαν ανάσα  είχα ρουφήξει όλο το βιβλίο, λες και το μυαλό σαν από καιρό  απότιστο και στεγνό , μόνο εκεί είχε ανακαλύψει την πολυπόθητη δροσιά του, σαν διψασμένο από την αστείρευτη πυρρά της δικής του κόλασης  βαλμένο. Ένας μαγεμένος αυλός που μεταμόρφωνε τα ονείρατα της τότε παιδικής ψυχής  σε τρισδιάστατες εικόνες που άλλαζαν σχήματα στις σκιές των τοίχων. Που στένευαν  σαν συμπληγάδες ή άπλωναν σαν απάτητα  φαράγγια κάτω από το φως της ασθενικής λάμπας,  που έμενε αναμμένη να εξευμενίζει τους δαίμονες των σκοταδιών. Και το πρωί, η μαμά έσβηνε τη λάμπα και με διαβεβαίωνε πως οι εφιάλτες που η φαντασία μου εμφάνιζε τα βράδια σαν καταχθόνιους ίσκιους να με κατατρέχουν, δεν είναι παρά σημάδια πως το μυαλό λειτουργεί, πως αντιδρά στα ερεθίσματα που δέχεται και πως απλά  είναι που τα  βιβλία ζωντανεύουν μέσα μας  για να μας κρατούν ζωντανούς.

Άραγε τα παιδιά σήμερα διαβάζουν Καζαντζάκη, Σικελιανό, Ελύτη, Καμπανέλλη, Σαμαράκη,  ή απλά  αναγνωρίζουν αυτούς  μόνο  σαν μέρος της σχολικής τους παιδείας και παραμένουν εκεί;

Στην εποχή του facebook της google, με το Wikipedia ανοιχτό προς απάντηση  σε κάθε απορία, βρίσκουν τα κατάλληλα ερεθίσματα για την αναζήτηση τους, ή απλά προσπερνούν με ευκολία το παίδεμα που οφείλουν στο μυαλό τους;

Πόσες ακόμα μαμάδες υπάρχουν  στην εποχή των εικόνων που ζούμε,  να αφήνουν ένα νέο βιβλίο για να ανακαλύψει το παιδί τους στο κομοδίνο;

Θυμάμαι πως η δική μου μαμά με νανούριζε με Χατζηδάκη, σαν συννέφιαζα και πείσμωνα για να μείνω λίγο ακόμα  ξύπνια, λιγάκι μόνο   μαμά.

Με τη ζεστή  φωνή της μου τραγουδούσε  <δίχως τη δική σου αγάπη, ειν’ ο κόσμος πιο μικρός> και εγώ βούρκωνα πριν παραδώσω τα βλέφαρα μου σφαλιστά στο κατώφλι του ύπνου.

Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε χωρίς διαδίκτυο, από γονείς που πάσχιζαν να τα φέρουν βόλτα με τρία παιδιά, αλλά δεν τους στέρησαν ποτέ τα απαραίτητα, είχαμε κάθε χρόνο τις διακοπές μας για έναν ολόκληρο  μήνα, παραθέριση όπως συνήθιζαν να το ονομάζουν τότε, τα δώρα μας, τα παιχνίδια μας, τις ώρες που παίζαμε στις αλάνες ή στα πεζοδρόμια, χωρίς  τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα σημερινά παιδιά, με τη μαμά μας ακοίμητο φρουρό της ξενοιασιάς,  όσο και της ασφάλειας μας, νιώθαμε πλήρεις ,ήμασταν ευτυχισμένοι.

Στο σπίτι μας πάντοτε επικρατούσε μια τάξη και μια πειθαρχία μέσα στα πλαίσια της κοινής λογικής, χωρίς ιδιαίτερες δεσμεύσεις ούτε και πολλές φασαρίες, η μαμά είχε ένα μοναδικό τρόπο να  ρυθμίζει τα πάντα, έτσι ώστε το καθετί να έχει την δική του  ώρα, με αυτόν τον τρόπο είχαμε την ώρα της μουσικής, του διαβάσματος της τηλεόρασης, του παιχνιδιού.

Ήταν μέσα σε αυτές τις ώρες που μας μάθαινε τον κόσμο γύρω μας, με μικρές ιστορίες που άλλοτε σκάρωνε εκείνη τη στιγμή, όταν μας  άφηνε να πλανευτούμε από τα ακούσματα μια τρυφερής μελωδίας ή από ένα θεατρικό έργο που έκρινε πως  έπρεπε να παρακολουθήσουμε από το <θέατρο της Δευτέρας>, με το να παίζει μαζί μας γκρινιάρη και μονοπολη, και το αγαπημένο όλων μας, όταν   μας  μετέφερε σε μέρη μακρινά που με δυσκολία οραματιζόταν η παιδική μας  φαντασία, καθώς  μας διάβαζε αποσπάσματα από  αγαπημένα της βιβλία, που δεν ήταν πάντα δικά της, ούτε  θα στόλιζαν την βιβλιοθήκη στο σαλόνι, καθώς ανά δυο εβδομάδες επισκεπτόταν την δανειστική βιβλιοθήκη για να προμηθευτεί ένα νέο βιβλίο  να μας διαβάσει, συνήθεια  που  πέρασε και σε εμάς και που την τηρούσαμε ευλαβικά για πολλά χρόνια, με την αγωνία να το διαβάσουμε γρήγορα, να το επιστρέψουμε στην ώρα του, να το συζητήσουμε και να το αναλύσουμε το βράδυ με τη μαμά, να το ζωντανέψουμε πάλι μαζί της.

Για την μικρή μου φίλη, όπως και για την πλειονότητα των παιδιών αυτής της γενιάς, τα ταξίδια του μυαλού οριοθετούνται και ορίζονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από τον αχανή και απύθμενο  κόσμο του διαδικτύου.

Τα είδωλα τους, η αγανάκτηση τους, η επανάσταση τους, η ανία τους, η αγωνία τους, η ματαιοδοξία τους και ο ενθουσιασμός τους, οι έρωτες που πιστεύουν πως πλάθουν μέσα  στις  σελίδες που ξεδιπλώνουν τα όνειρα τους, οι ευχές και οι κρυφοί τους πόθοι, οι λαχτάρες και οι φοβίες που μαρμαρώνουν τα χαμόγελα τους, οι ανησυχίες και οι μυστικές διαδρομές των αναζητήσεων της ψυχής τους που θέλει να ακουστεί, να επικοινωνήσει, να ταιριάξει σε μια κοινωνία που τα εγκαταλείπει μόλις κορεστεί η περιέργεια της για αυτά, όλα αποτυπωμένα  στην οθόνη του υπολογιστή τους.

Ενός υπολογιστή που εμείς οι ίδιοι αγοράσαμε και στήσαμε μπροστά τους, από ενοχές  και τύψεις για την απουσία μας που ολοένα  και μεγάλωνε,  καθώς κρίναμε μόνοι μας  πως μεγάλωναν ανάλογα και οι δικές τους απαιτήσεις, χωρίς ποτέ να τα ρωτήσουμε για την ορθότητα των σκέψεων μας, ούτε να δημιουργήσουμε   το χρόνο να αφουγκραστούμε τις ανάγκες τους πραγματικά, μια μέρα μας φάνηκαν απότομα ξένα, απόκοσμα.

Μέσα στους δαίδαλους της μνήμης και της γραμμής του αίματος που μας συνδέει  , ευτυχώς καλυφθήκαμε αμφότεροι και συνεχίζουμε να ζούμε και να μοιραζόμαστε μαζί τους τον κόσμο,  όπως τους επιβάλαμε να τον γνωρίσουν και  λίγο πριν εμείς οι ίδιοι  τα χαρακτηρίσουμε αντικοινωνικά, ελάχιστα  απέχουμε πια από τη δική τους κοσμοθεωρία για την οθόνη που τελικά έφτασε να μας ενώνει, γίναμε μαθητές τους και έγιναν τιμωροί μας. Λησμονήσαμε και εμείς δίπλα τους  τη μυρωδιά που αναδύεται από ένα καινούριο  βιβλίο καθώς το ξεφυλλίζουμε ηδονικά μέσα στα χέρια μας, γίναμε οκνοί και αφεθήκαμε να νανουριζόμαστε στο άλλοθι της  ευκολίας που μας προσφέρει απλόχερα η  τεχνολογία.

Αντικοινωνικά; Βαριά ταμπέλα για να κρεμάσουμε επάνω μας και να την περιφέρουμε ως στίγμα του ανεστραμμένου  καθρέπτη  αυτών που εμείς πλάσαμε, δε νομίζετε;

 

intern

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s