βραδυ Σαββατου

Βραδυ Σαββατου..

Σε όλο το σπίτι ξεχύθηκε μια λεπτή μυρωδιά από  γιασεμί και μέλι, καθώς εκείνη  είχε μόλις βγει από το μπάνιο της και  βημάτιζε ανάλαφρα πάνω στο  κρύο μάρμαρο, ισορροπώντας πάνω   στις μύτες των ποδιών της, ίδια με   γάτα σε επιφυλακή.

Βράδυ  Σαββάτου , σε μια πόλη που ερημώνει και αδιαφορεί για τις καρέκλες της παρέλασης που έχουν ήδη λάβει τη θέση τους, με τον μανιασμένο  βαρδάρη να ανταριάζει τη θάλασσα και να ξυπνά  κοιμισμένες συνειδήσεις, με τη θύμηση της στις  υποσχέσεις από το πρωινό  φιλί  του αποχαιρετισμού στα αυτιά της, εκείνη είναι σίγουρη πως θα είναι   ένα όμορφο σαββατόβραδο.

Στον θαμπό της  καθρέφτη αντικρίζει μια γυναίκα της οποίας τα μάτια ακτινοβολούν, σπιθίζουν σαν αναμμένοι πυρσοί  σε νύχτα δίχως  φεγγάρι, οι μικρές ρυτίδες στις άκρες των χειλιών της σχηματίζουν ένα αδιόρατο χαμόγελο ικανοποίησης, ταιριαστό με την εικόνα των ματιών της, καθώς συνειδητοποιεί  πόσο το είδωλο της  δείχνει  αλλαγμένο από τον  έρωτα που αναπνέει κάθε στιγμή.

Ποτέ  δεν πίστεψε  στη θεά τύχη, δεν την είχε ανταμώσει ποτέ, μα  από τη μέρα που εκείνος εισέβαλε στο μυαλό της με την άνεση  ισπανού κατακτητή, ανίκανη  να αναθεωρήσει την  προγενέστερη κοσμοθεωρία της, αποφάσισε να παραδεχτεί κρυφά,  πως ίσως αυτή η μακρινή  γυαλιστερή θεά  είχε αμελήσει να κλειδώσει  κάποια  παραθυρόφυλλα  της για να τρυπώσει…

Τίναξε απότομα το κεφάλι της μπροστά και τα υγρά μαλλιά της έσταζαν μικρές ευωδιαστές σταγόνες στα γυμνά της πόδια, ενώ αναρωτιόταν για ακόμη μια φορά αν τελικά θα έπρεπε να νιώθει τυχερή ή με την απόλυτη παραδοχή της ήττας  μπροστά στο ξεκλείδωτο παράθυρο της τύχης της να κλείσει μάτια και αυτιά, να καρφώσει  με μεγάλα σιδερένια καρφιά την καρδιά της και να στρέψει το βλέμμα της μακριά από εκείνον..που την είχε ξεμυαλίσει προσφέροντας  της απλόχερα όλες τις κατάλληλες λέξεις που υπήρχαν καταγεγραμμένες στο ιστορικό του μυαλού του, πότε   σκονισμένες και παλαιομοδίτικες και άλλοτε φρέσκιες και δροσερές όπως ένα   αυγουστιάτικο μελτέμι που σκαλώνει στα μαλλιά της, που  είχε κολλήσει στο μυαλό της σαν μια   παλιά αγαπημένη μελωδία που δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει, με τα  βουβά πυροτεχνήματα των ματιών του συνέχεια κολλημένα πάνω της να την αναζητά κάθε στιγμή και να την χάνει μόνο για να την έχει και πάλι στην αγκαλιά του, ιδανικός για εκείνην ,  μα όχι δικός της..

Ήταν ειλικρινής μαζί της από την πρώτη στιγμή, αλλά που ακριβώς βρίσκεται κρυμμένη η αλήθεια στη συγκεκριμένη  κατάσταση, όταν την παρακολουθεί ως μαγεμένη ακροατής σε μια  δραματοποιημένη ιστορία σαν αυτές που  άκουγαν παλιά οι γονείς της  στο ραδιόφωνο και  πρόσμεναν κάθε εβδομάδα να μάθουν αν η συνέχεια που φαντάστηκαν θα ήταν αυτή που τελικά θα άκουγαν?

Και αν ακόμα με την αγαστή πρόθεση (γνωστή και ως κρίση ηλιθίου)που μόνο ο έρωτας μπορεί να προσφέρει,  χωρίς τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί φαιδρή, ήταν όντως αυτή η δική του αλήθεια, η άλλη μισή που δεν γνωρίζει και δεν της ανήκει, δεν θα πρέπει κάποτε να αποκαλυφθεί?

Είναι η τόλμη αρετή, είναι ποτέ αρκετή, ή θα την  μεταλλάξει γρήγορα σε μια μαινάδα που σύντομα θα απαιτεί  και αυτή τα κεκτημένα για τα οποία  δεν παιδεύτηκε, παρά μονάχα  ξώφαλτσα πρόλαβε να νιώσει  την καυτή λαβα της κρυφής επιθυμίας στην παλάμη της, για να τα  φέρει ως άλλη Πασιοναρια σαν  πολύτιμους απαστράπτοντες  θυρεούς στις αποσκευές της?

Παρακινδυνευμένα συμπεράσματα ξαπλωμένα νωχελικά   πάνω σε κατακόκκινους καναπέδες  που  την περιγελούν παίζοντας τρίλιζα στο πίσω μέρος του μυαλού της, ένας αναρίθμητος μικρός στρατός από ερωτηματικά ντυμένα με τη μορφή που ακόμα δεν θέλει να μάθει να μισεί, παρελαύνει καμαρωτά πίσω από τις κουρτίνες της, ήχος που σφυρηλατεί το σκληρό μέταλλο της κοινής της λογικής αντηχεί στο δωμάτιο των αναμνήσεων που  ακόμα δεν  πρόλαβε να αποκτήσει μαζί του, μια ξεκρέμαστη νότα που προστέθηκε άτσαλα την τελευταία στιγμή  λίγο πριν την πρεμιέρα της επόμενης μέρας της ζωής της, όλα είναι εκεί, μέσα της, μπροστά της, παντού, πάνω στους τοίχους του δωματίου που δεν φυλάκισε ούτε για ένα λεπτό την αγαπημένη του μορφή, που δεν θα αποτυπώσει το γέλιο του, παρά θα διατηρήσει άσβηστες  ζωγραφισμένες άλικες τις μνήμες από το δικό της κλάμα..

Μέσα στον καθρέφτη της εκείνη βουρκώνει, τα χείλη  της πέφτουν και  τα μαλλιά της μοιάζουν  με πράσινα γλιστερά φύκια της θάλασσας μπλεγμένα σε δίχτυα, με τη ματιά θολή από το πηχτό δάκρυ που δεν κατάφερε να κυλίσει στο μάγουλο της στρέφει το  παγωμένο βλέμμα της στο τηλέφωνο  που χτυπά, είναι εκείνος,

Φωνή που σπάει απολογητικά και  ένα άρωμα απογοήτευσης  κατακλύζει το μικρό της δωμάτιο, ένας χείμαρρος από νεκρά τριαντάφυλλα σε λασπωμένα χώματα, τσαλαπατημένα από  βάρβαρους μοχθηρούς περαστικούς, δεν πειράζει, δεν είναι όλοι ικανοί να εκτιμήσουν την ραφιναρισμένη μυρωδιά τους, καταλαβαίνει, πόσο μάλλον όταν δεν έχουν ευλογηθεί να εκτιμήσουν σωστά την ηδονή που αντλεί ο κουρασμένος τους εγκέφαλος από το παγανιστικά μεθυστικό  τους άρωμα.

Καταλαβαίνει, ένα χρόνο τώρα, ή συνειδητοποιεί?

Βράδυ  Σαββάτου  και για ακόμα μια φορά οι βαριές κουρτίνες θα κλείσουν σφραγίζοντας τον κόσμο έξω από εκείνην, το μοναδικό δεδομένο της σκληρής πραγματικότητας που εθελοτυφλούσε να επεξεργαστεί ορθώνεται πανύψηλο μπροστά  της και με τα τεράστια χέρια του προτεταμένα  φράζει την έξοδο της, δεν έχει αλλού, ούτε αύριο, κάθε αύριο θα είναι ίδιο με το χτες, πανομοιότυπο με το σήμερα, όλα τα σαββατόβραδα θα είναι κλεισμένα, όλα τα τριήμερα θα είναι απαγορευτικά σήματα, δεν θα πνίγεται για πάντα ο κόμπος στο λαιμό, μα ούτε και  φωνές θα ακούγονται από τα δωμάτια των νυχτερινών τρομακτικών επισκεπτών της αγωνίας , εκείνη θα ξεχάσει τη γυναίκα που χαμογελούσε  ασυλλόγιστα στον καθρέφτη, εκείνος θα ανακαλύψει πως η  λήθη  εύκολα αλλάζει  όνομα και γίνεται δική του, ακούραστη  τον περιμένει  με υπομονή και πείσμα στο ίδιο ανήλιαγο μέρος  που την είχε αποθέσει  χρόνια πριν να επαγρυπνεί   για το  δεδομένο της ζωής της, της ζωής τους…

Κλείδωσε την πόρτα της και έσβησε τον φάρο που έφεγγε  σε εκείνον για να βρει το δρόμο της ψυχής της, για πάντα..

 

 

faros

 

Advertisements

One thought on “Βραδυ Σαββατου..

  1. ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ (T.S.Eliot)

    Thou hast committed –
    Fornication: but that was in another country,
    And besides, the wench is dead.
    The Jew of Malta3

    I.

    Του Δεκέμβρη κάποιο δειλινό μες τον καπνό και την ομίχλη
    Αφήκες τη σκηνή να στηθεί μονάχη – καθώς έδειχνε πως θα γινόταν –
    Μ’ ένα «αυτό τ’ απόγευμα το κράτησα για σένα».
    Και στην κάμαρα καθώς σκοτείνιαζε τέσσερα κεριά,
    Τέσσερα δαχτυλίδια φωτεινά απάνω στο ταβάνι
    Ατμόσφαιρα μνήματος Ιουλιέττας
    Έτοιμη για όλα που ‘ναι να ειπωθούν, ή ανείπωτα θα μείνουν.
    Ας πούμε, πήγαμε κι ακούσαμε τον νεώτερο Πολωνό
    Να εκπέμπει απ’ τ’ ακροδάχτυλα και τα μαλλιά του τα Πρελούντια.
    «Τόσο οικείος, τούτος ο Chopin, που θαρρώ πως η ψυχή του
    Θα ‘πρεπε ν’ ανασταίνεται ανάμεσα σε φίλους μοναχά
    Κανά δυό-τρείς, που δεν θα πλήγωναν την τελειότητα
    Που φθείρεται κι αμφισβητείται στις αίθουσες συναυλιών.»
    – Κι έτσι η κουβέντα ξεγλιστρά
    Ανάμεσα σ’ επιθυμίες χαλαρές, τύψεις προσεκτικά ξεγελασμένες,
    Ανάμεσα σε ήχους χαμηλόφωνους βιολιών
    Που μπλέκονται μ’ απόμακρες κορνέτες
    Και ξεκινά.
    «Δεν ξέρετε τι σημασία έχουν για μένα οι φίλοι μου,
    Και πόσο, πόσο περίεργο και σπάνιο είναι, να βρεις,
    Σε μια ζωή που απαρτίζεται τόσο πολύ, τόσο πολύ από απομεινάρια,
    (Γιατί στ’ αλήθεια δεν την αγαπώ…τo ‘ξερες; δεν είσαι τυφλός!
    Πόσο ευαίσθητος είσαι!)
    Ν’ ανακαλύψεις κάποιον φίλο που να ‘χει τις ποιότητες εκείνες,
    Να ‘χει, και να προσφέρει
    Τις ποιότητες εκείνες που πάνω τους στηρίζεται η φιλία.
    Τι σημασία έχει που στα λέω όλ’ αυτά –
    Δίχως τις φιλίες αυτές – η ζωή, τι cauchemar!»4

    Σε κουρντίσματα ανάμεσα βιολιών
    Και κορώνες
    Από κορνέτες ραγισμένες
    Μες στο μυαλό μου αρχινά ένα πνιχτό ταμ-ταμ
    Κάποιο δικό του να σφυροκοπά παράλογο πρελούντιο,
    Ιδιότροπα μονότονο
    Που ‘ναι τουλάχιστον μια «φάλτσα νότα» καθαρή.
    Ας ανασάνουμε βαθειά, σαν πως φτιαγμένοι από ταμπάκο,
    Ας θαυμάσουμε τα μνημεία
    Ας συζητήσουμε τα τελευταία γεγονότα
    Ας βάλουμε την ώρα μας με τα δημόσια ρολόγια.
    Έπειτα, ας κάτσουμε τις μπύρες μας να πιούμε μισήν ώρα.

    ΙΙ.

    Τώρα που ανθούν οι πασχαλιές
    Έχει στην κάμαρά της ένα βάζο απ’ αυτές
    Και στρίβει μια, καθώς μιλά, στα δάχτυλά της.
    «A, φίλε μου, δεν ξέρεις, δεν ξέρεις
    Τι πράγμα είν’ η ζωή, συ που στα χέρια σου την έχεις».
    (Στρίβοντας αργά την πασχαλιά βαδίζει αγέρωχα)
    «Την αφήνεις και σου ξεγλιστρά, την αφήνεις,
    Κι η νιότη είναι σκληρή, οίκτο πολύ δεν έχει
    Και κοροϊδεύει πράγματα που δεν μπορεί να δει.»
    Εγώ, βεβαίως, χαμογελώ,
    Και συνεχίζω πίνοντας τσάι.

    Όμως μ’ αυτές τις δύσεις του Απρίλη, που κάπως μου θυμίζουν
    Τη θαμμένη μου ζωή, και τ’ ανοιξιάτικο Παρίσι,
    Νοιώθω απέραντη γαλήνη, και δείχνει να ‘ναι ο κόσμος
    Θαυμαστός και νεανικός, στο κάτω – κάτω.»

    Η φωνή της επιστρέφει σαν επίμονη παραφωνία
    Βιολιού σπασμένου κάποιο Αυγουστιάτικο δειλινό:
    «Πάντοτε είμαι σίγουρη πως κατανοείς
    Τα αισθήματά μου, πάντοτε σίγουρη πως νοιώθεις,
    Σίγουρη πως πάνω απ’ την άβυσσο απλώνεις το χέρι σου.

    Είσαι άτρωτος, δίχως Αχίλλειο πτέρνα.
    Θα πας μπροστά, κι όταν επικρατήσεις πια
    Μπορείς να πεις: σε τούτο το σημείο απότυχαν πολλοί
    Όμως, φίλε μου, τι μου ‘μεινε, τι μου ‘μεινε
    Να σου χαρίσω, τι μπορεί να πάρεις από μένα;
    Μονάχα τη φιλία και την κατανόηση
    Κάποιου που βρίσκεται σχεδόν στου ταξιδιού το τέλος.

    Θα μείνω εδώ, τσάι σερβίροντας σε φίλους…»

    Παίρνω το καπέλο μου: πώς μπορώ δειλά να επανορθώσω
    Αυτά που μου ‘χε πει;
    Στο πάρκο θα με συναντάς κάθε πρωί
    Τα κόμικς να διαβάζω και τις αθλητικές σελίδες.
    Σημειώνω ιδιαιτέρως
    Κόμισα Βρετανή ανεβαίνει στη σκηνή.
    Σε χορό Πολωνών κάποιος Έλληνα δολοφονεί,
    Άλλος ένας τράπεζας καταχραστής ομολογεί.
    Κρατώ την ψυχραιμία μου
    Αυτοκυριαρχούμαι
    Εκτός απ’ τη στιγμή που μια λατέρνα, κουρασμένη και μηχανική
    Πάλι και πάλι παίζοντας κάποιο παλιό σουξέ
    Με τους υάκινθους στον κήπο να μοσχοβολούν
    Θυμίζει πράγματα που έχουν ποθήσει άλλοι.
    Σωστές οι σκέψεις είν’ αυτές ή λαθεμένες;

    ΙΙΙ.

    Πέφτει η νύχτα του Οκτώβρη: γυρίζοντας όπως και πρίν
    Μ’ εξαίρεση μιαν αίσθηση ανάλαφρης κακοκεφιάς
    Ανεβαίνω τα σκαλιά, στρίβω της πόρτας το χερούλι
    Κι αισθάνομαι σα να ‘χω ανεβεί με γόνατα και χέρια.
    «Φεύγεις λοιπόν στο εξωτερικό. και πότε επιστρέφεις;
    Η ερώτηση όμως αυτή είναι περιττή.
    Το πότε θα ξανάρθεις ούτε κι εσύ το ξέρεις,
    Θα βρεις τόσα πολλά να μάθεις.»
    Το γέλιο μου πέφτει βαρύ ανάμεσα στα μπιμπελό.

    «Ίσως μπορέσεις και μου γράψεις.»
    Για μια στιγμή αναπτερώνεται η ψυχραιμία μου.
    ΑΥΤΟ είν’ όπως το λογάριασα.
    «Τώρα τελευταία αναλογίζομαι συχνά
    (Όμως καμιά αρχή το τέλος της δεν ξέρει!)
    Πώς και δεν γίναμε φίλοι.»
    Νοιώθω σαν κάποιος που γελά και βλέπει, όπως γυρίζει
    Ξαφνικά, την έκφρασή του σε καθρέφτη.
    Χάνεται η ψυχραιμία μου. αληθινά είμαστε στο σκοτάδι.

    «Γιατί όλοι τους έτσι μου λέγανε, όλ’ οι φίλοι μας,
    Όλοι τους ήτανε σίγουροι πως αισθηματικά θα σχετιζόμασταν
    Πολύ στενά! εγώ από μόνη μου δεν το καταλαβαίνω διόλου.
    Πρέπει τώρα να τ’ αφήσουμε στην τύχη,
    Θα μου γράψεις, όπως και να ‘χει.
    Ισως δεν είν’ακόμη πολύ αργά.
    Θα μείνω εδώ, τσάι σερβίροντας σε φίλους.»

    Και πρέπει κάθε μορφή που αλλάζει να δανειστώ
    Έκφραση να βρω… να χορέψω, να χορέψω
    Σαν αρκούδα γυμνασμένη,
    Σαν παπαγάλος να μιλώ, σαν πίθηκος να φλυαρώ.
    Ας ανασάνουμε βαθειά, σαν πως φτιαγμένοι από ταμπάκο –

    Λοιπόν! κι αν κάποιο απόγευμα αυτή πεθάνει,
    Mουντό απόγευμα γεμάτο κάπνα, χρυσό απόγευμα τριανταφυλλί.
    Πεθάνει και μ’ αφήσει εδώ να κάθομαι με το στυλό στο χέρι
    Με τον καπνό να κατεβαίνει απ’ τις σκεπές.
    Αναποφάσιστος, για λίγο
    Μη ξέροντας τι να αισθανθώ ή αν καταλαβαίνω
    Η αν ηλίθιος ή σοφός, αργοπορημένος ή πολύ νωρίς…
    Στο κάτω – κάτω, δεν θα ‘τανε δικό της το πλεονέκτημα;
    Η μουσική αυτή ταιριάζει μ’ ένα «πέσιμο θανάτου»
    Τώρα που για θάνατο μιλούμε –
    Κι άραγε θα ’πρεπε να είχα το δικαίωμα να χαμογελώ;

    3. Christopher Malrowe (Malro): O Eβραίος της Μαλτας, Πράξη 4η,
    Σκηνή 1η:
    (2ος Καλόγερος): Διάπραξες-
    (Εβραίος): Μοιχεία: όμως τούτο γίνηκε σ’ άλλη χώρα,
    Και χώρια απ’ αυτό η τσούπρα έχει πεθάνει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s