Μονη στην κουνια / Uncategorized

Μονη στην κουνια

Ήταν ένα κατάξανθο   μικρό κοριτσάκι, με  χρυσές φακίδες στην σχεδόν αόρατη μυτούλα της, τόσο εύθραυστη στη ματιά των ξένων,  ψηλή και αδύνατη σαν τα στάχυα του ελληνικού καλοκαιριού.

Όσο αέρινη έδειχνε, τόσο τα γόνατα της, μόνιμα γρατζουνισμένα και κατακόκκινα από το βάμμα ιωδίου που συσσωρευόταν πάνω τους κάθε φορά που οι  σκανδαλιές της την οδηγούσαν σε μια νέα κατηφόρα, ή αναρρίχηση δέντρου, μαρτυρούσαν το αντίθετο της εμφάνισης , όσο το ασυμβίβαστο του  χαρακτήρα της  με το γίγνεσθαι της παιδικής της ψυχούλας.

Τα σχολικά της χρόνια έμοιαζαν ανέμελα και αθώα, ποτέ της δεν έδωσε σε κανέναν  από αυτούς που την περιτριγύριζαν για το αυτόφωτο του χαρακτήρα της και για τη γενναιοδωρία της το δικαίωμα να την στήσουν στον τοίχο για κάτι που έκανε ή για κάτι που αμέλησε να κάνει, ήταν σπαθί, όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν οι συμμαθητές της και ως σπαθί  την αντιμετώπιζαν, στα ίσια, στα μάτια, με την καθαρότητα που αναμετρούνται οι υπολογίσιμοι αντίπαλοι, ή οι στενοί φίλοι.

Όταν την έβλεπες να έρχεται προς το μέρος σου, δεν μπορούσες παρά να σταματήσεις  τη φόρα  των ματιών σου,  την άφηνες να ξεκουραστεί πάνω στην βιαστική σαν ρετρό καρτούν φιγούρα της που πετούσε πάνω από τα πεζοδρόμια, αψηφώντας κάθε νόμο της γνωστής φυσικής, καθώς τα χρυσά μαλλιά της άστραφταν όπως και το χαμόγελο που σκορπούσε χωρίς να υπολογίζει κανόνες και  ξεπερασμένα  στερεότυπα συμπεριφοράς μιας δεσποινίδας καλής οικογενείας.

Συνάντησα αυτό το κοριτσάκι  τυχαία στην γυναίκα που είναι σήμερα και στα πρώτα λεπτά της ξαφνικής μας αντάμωσης κατάλαβα πως από τότε που κυκλοφορούσε με τα γόνατα γδαρμένα και ματωμένα, δεν είχε περάσει παρά μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, ένα κλάσμα τόσο  δα, ικανό μόνο να μεταλλάξει στο ελάχιστο την εξωτερική της εικόνα, μα να κρατήσει  απαράλλακτα ίδια την παιδικότητα που την βασάνιζε ,  καταστρατηγούσε τα όνειρα της, και την κρατούσε άυπνη όλες   τις  ανέραστες νύχτες της ενήλικης ζωής της.

Ο εφιάλτης  που  την κυνηγούσε ήταν ακόμα εκεί, περίτεχνα ζωγραφισμένος και σκαλωμένος με μαεστρία μέσα στις κόρες των κεχριμπαρένιων της ματιών, έτοιμος να πεταχτεί  πίσω από  κάθε σκοτεινή γωνία  μεταμορφωμένος σε  φαρμακερό φίδι, να την αιφνιδιάσει με τρόμο, ικανός να   προκαλέσει  μικρές  απανωτές κρίσεις πανικού στην παιδική της καρδούλα, , να κυρτώσει την πανύψηλη κορμοστασιά της, ιδρώτας κρύος , αρχέγονος φόβος,  που στεφανώνει τα  μύχια της ψυχής της, καλά κρυμμένο  μυστικό από όλους  μέσα στα χρόνια που κύλισαν  βιαστικά σαν τις σταγόνες του τρομαγμένου  ιδρώτα της  τα βράδια στα σατέν  μαξιλάρια των ακριβών ξενοδοχείων που ξεκούραζε το ταλαιπωρημένο της κορμί.

Ακόμα εκεί, η πατρική φιγούρα παρούσα και μακρινή που ξεμάκραινε στο μούχρωμα, με αργές πατημασιές όλο πιο μακριά της, ένας βουβός λυγμός την ταρακουνούσε συθέμελα, τα μικρά της χεράκια κλείνουν σφιχτά τις βαριές και κρύες αλυσίδες της κούνιας, ήχος που τρίζει και   σφυροκοπά τα τρυφερά αυτιά της, και το μυαλό της  σχηματίζει  μεγεθυμένες  όλες τις σκοτεινές υπάρξεις των παραμυθιών  που εκείνος της διάβαζε πριν αποκοιμηθεί, ο ήχος στο λαιμό της γίνεται πέτρα, ματάκια που δακρύζουν όσο  η φιγούρα μικραίνει και ο άνεμος της πλανεύτρας ευτυχίας που ως εκείνη τη στιγμή ζούσε την εγκαταλείπει, όπως και εκείνος που τα βήματα του τον οδηγούν πέρα από εκείνην, την αφήνει γυμνή και φοβισμένη,  άπνοια στο πάρκο, ερημιά, μόνη στην κούνια  που τρίζει απόκοσμα στο ελάχιστο βάρος της, τα δέντρα σκύβουν να καλύψουν την απόλυτη γύμνια της, προσπαθεί να τον φωνάξει πίσω, υπόσχεται πως θα είναι καλό κορίτσι, δεν θα κάνει ζημιές, πως θα τον αγαπά και θα τον σέβεται, πως  δίχως την τρυφερότητα της αγκαλιάς του δεν μπορεί να επιβιώσει, πως δεν θα αγαπήσει ποτέ κανέναν άντρα όπως αγαπά εκείνον που της γυρνά με απίστευτη σκληρότητα και ευκολία την πλάτη, μόνη στην κούνια της δυστυχίας του ονείρου που θα την ακολουθεί στην υπόλοιπη  ζωή της, με απέραντη και βάναυση σιωπή στις καταγραφές των θλιβερών ερώτων της, άντρες που θα μικραίνουν όσο μεγαλώνουν οι σκιές του αποχωρισμού τους, και εκείνη, με την περηφάνια της ματωμένη όπως τα γόνατα της αλλοτινής  της εφηβείας , με τα  μάτια  της πρώιμα χαμένης αθωότητας της πάντα να προσμένουν την γνώριμη φιγούρα της εγκατάλειψης του, με τα ψηλά της τακούνια στο χέρι, ξυπόλητη στα πάρκα που φέρουν το στίγμα της απουσίας του, κρεμασμένη από μια κούνια που ποτέ κανείς δεν θα σπρώξει  με φόρα και αγάπη ως τον ουρανό, λίγο ακόμα πιο ψηλά, λίγο ακόμα, κανείς να φροντίσει τα ματωμένα της γόνατα, ακόμα γδαρμένα, χωρίς ιώδιο  σε μια  πληγή που δεν γιατρεύεται,   σε ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε ποτέ… Image

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s