ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟ ΡΑΒΑΣΑΚΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λησμονημενο ραβασακι στη βροχη

Mου είχες πει, σε θέλω, κ εγώ σκεπτόμουν πόσο δύσκολο και τρομακτικό ήταν  αυτό το ρήμα, πόσο βασανιστικά με τυραννούσε, πως στιγμές το ένιωθα να μου κόβει την ανάσα, να μου στερεί τη χαρά του παιδικού  αυθορμητισμού που λαχταρούσε να πετάξει από μέσα μου σαν φυλακισμένο πουλί προς την ελευθερία του, και το πάλευα , το μαχόμουν , αντιστεκόμουν  στη λύσσα του, έσφιγγα  τα χείλη μου, ούτε ήχο να μην αφήσουν παραπάνω από αυτό που εκείνη τη στιγμή τους έπρεπε , ήθελα και εγώ να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου, να ακουμπήσω το κεφάλι μου στο στήθος σου και να ακούω τη βραχνή  φωνή  σου να με ταξιδεύει σε όλα τα μέρη που λησμονήσαμε να ζήσουμε μαζί.

Ηθελα το χάδι σου στα μαλλιά μου πριν αποκοιμηθώ  τις νύχτες σαν  νανούρισμα στην ταραγμένη μου καρδιά, ήθελα  το παρελθόν που  είχαμε αφήσει  πίσω μας και το μέλλον μας αν  έτσι μας άρμοζε με μια μοίρα τυχερή.

Ηθελα  να παραδοθώ, μα φοβόμουν  πως ίσως ήταν  πολύ νωρίς για της ψυχής μας το αργά, και όλο μέρα με τη μέρα χανόμουν , και ανακάλυπτα και άλλες  αντοχές  στο να κρατηθώ να μη σου φωνάξω πως μου έλειπε  η ασφάλεια που αντλούσα από την  παρουσία σου, πως αισθανόμουν όλο και πιο κοντά  σου με ένα δέσιμο τόσο παλιό, γνώριμο, όσο το χέρι σου στο χέρι μου, αλλά και τόσο πρωτόγνωρο, σαν το πρώτο φιλί μιας σχέσης που μόλις ξεκινούσε  μα με τη σιγουριά της ήρεμης  συντροφικότητας που αποκτούν όσοι για χρόνια αγαπήθηκαν.

Ηταν  όλα τόσο πολύπλοκα όμορφα, ήμουν  17 χρονών  ξανά και ήθελα  να με άρπαζες  στη μέση του δρόμου, να φιλιόμαστε μέχρι  ο χρόνος να σταματούσε να μετραει ανάσες, ήθελα  να σε μυρίζω για ώρες, εκείνο το άρωμα του κορμιού σου που ακόμα θυμάμαι, σαν αμύγδαλο που αφέθηκε να στεγνώσει  στον καυτό  ήλιο  του μεσημεριού.

Ήθελα  κάθε μέρα να κτίζουμε  μαζί το δικό μας  μικρό Παρίσι σε κάθε γειτονιά που περπατούσαμε , να χρωματίζαμε με  ερωτευμένα χαμόγελα τους δρόμους  όπως τα ζευγάρια που βολτάρουν  χέρι χέρι δίπλα στο Σηκουάνα, θυμάσαι;

Να λιγωνόμουν  στη σκέψη σου και να χαμογελούσες  στην ανάμνηση μου, να βαδίζαμε  αγκαλιασμένοι  σε όλα τα φανταστικά ταξίδια του μυαλού μας, να ανακαλύπταμε την δική μας μοναδική αλήθεια στο χρόνο που  μας είχε φέρει  κάποτε κοντά.

Ήθελα  να σε είχα  τόσο, ώστε να έχω το δικαίωμα να σε βαρεθώ,  να σε μισούσα   και να σε γύριζα πάλι από την αρχή, να σε έχανα  μόνο για να μπορώ να σε ξαναβρώ, να  σε γαλήνευα τις νύχτες με φεγγάρι  και να με παρηγορούσες στις διαδρομές της  εμμονής μου,  να ανακάλυπτα δικά σου  ραβασάκια κρυμμένα βαθιά στις  τσέπες μου.

Ήθελα  να είχα μοιραστεί τα   δικά μου πράγματα μαζί σου, από τα πιο αγαπημένα μέχρι τα περιττά, ήθελα  τα απογεύματα να συναντώνται τα βλέμματα μας πάνω από τον καφέ που θα πίναμε  με παρέα τα σενάρια της ζωής μας,  καθώς θα αφουγκραζόμασταν τους ήχους της πόλης που γοητευόμασταν να   αγνοούμε, ήθελα  να ακούγαμε  μαζί την αγαπημένη μου μουσική και να σκεφτόμασταν  ο ένας τον άλλον, με τα μάτια μας μόνο οδηγό στα λαμπυρίσματα του πόθου.

Ήθελα να έχω σκάψει τόσο βαθιά μέσα σου ώστε να έφτανα  στη μεγάλη ρίζα της ψυχής σου, να την διεκδικούσα  και να την κατακτούσα  σαν ξεχασμένο από τα χρόνια θησαυρό πειρατή, ήθελα  να με είχες σκεπάσει  με έρωτα, να με τύλιγες με φροντίδα περισσή στην αγκαλιά σου σαν εύθραυστη πορσελάνη, στο παραμιλητό του ξέφρενου πυρετού σου να ήμουν εκεί, με τα βαριά  από σύννεφα μάτια της αϋπνίας μου ασπίδα στην μορφή σου.

Ήθελα να είχα πατήσει στα βήματα σου, να είχα ταιριάξει των ονομάτων μας τις γραφές σε όλες τις λαλιές του σύμπαντος, να  καμάρωνα  την ψιλόλιγνη φιγούρα  σου  να αιωρείται ανάμεσα στο πλήθος  που θα ζήλευα ,γιατί θα σε άγγιζε, θα σε έπαιρνε για λίγο μακριά από τη φλόγα των ματιών μου.

Να έκλαιγα  ασταμάτητα σαν στερημένο από χάδια  μωρό, ώσπου να άκουγα τα βήματα σου στο κατώφλι, το χάδι σου στο λαιμό μου η παρηγοριά της απουσίας σου, ήθελα όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα της καρδιάς καρδιοχτύπια, τα ανέλπιστα που λαχταρά για να πετάξει η ψυχή στην γαλήνη  του χρωματισμένου   δειλινού  και αλλά τόσα όσα θα ήσουν εσύ πλάι μου, όσα θα ήμουν εγώ για σένα.

Με το  δικό σου όνομα  χαραγμένο στο βλέμμα μου, όσο μακριά  και αν  θα επέτρεπα  τη ματιά μου να χαθεί, όλα τα ήθελα, μα αψήφιστα  μέτρησα το πείσμα του χρόνου και το άφησα να με προσπεράσει, να με παρασύρει στη αυταπάτη της ικανοποίησης που γεννούσε η προδομένη μου περηφάνια.

‘Εχασα,  καθώς έπαιζα με αντίπαλο τον ίδιο μου τον εαυτό και τα οράματα της φρίκης  του παγιδευμένου μου μυαλού, σε έχασα, χωρίς να σε έχω ποτέ και ας ξόδεψα μισή ζωή πλάθοντας την εικόνα σου κάθε μέρα δίπλα μου.

Τίποτα δεν έμεινε να στέκει  όρθιο  πια στο πλάνο που είχα υφάνει με τόση προσοχή, πάντα από μακριά, σαν σκιά που μακραίνει με το ηλιοβασίλεμα, όπως και τώρα εδώ, μοναχική μορφή σε αυτό το κρύο και αφιλόξενο μέρος που άδειασε γρήγορα από τα χνάρια που άφησαν πίσω τους  οι άνθρωποι που σημάδεψαν τη ζωή σου πάνω στο βρεγμένο χώμα, με την έντονη μυρωδιά μιας θλιβερής βροχής και των πρώιμα κομμένων  λουλουδιών στα στεφάνια που σαν σκιάχτρα απομένουν να τρομάζουν τους βιαστικούς περαστικούς.

Εδώ, με μοναδική μου συντροφιά το ρυθμικό κροτάλισμα της βροχής  στα ξασπρισμένα από ήλιο μάρμαρα, με το από χρόνια ξεχασμένο ραβασάκι που δε σου έστειλα ποτέ σφιχτά  κρυμμένο μέσα στη χούφτα μου,  αντίτιμο για τον  βαρκάρη που θα σε περάσει απέναντι.

Με τις λέξεις του αχνές  από την μανία του χρόνου και από τα σημάδια που χάραξαν τα τελευταία μου δάκρυα για σένα, αφήνω το σώμα μου να πέσει με τόση δύναμη πάνω από το απόκοσμα κρύο μάρμαρο που είσαι εσύ.

Τα γόνατα μου σκίζονται και ματώνουν, η βροχή  που από παιδί μισούσες δυναμώνει  και  παρασύρει με τις βαριές της  στάλες  το αίμα  μου και τις τσαλαπατημένες μαργαρίτες  μακριά από κει που είσαι.

Με τα δόντια μου  κοφτερά  λεπίδια , δαγκώνω το τσαλακωμένο από τις αναμνήσεις που δεν προλάβαμε να ζήσουμε ραβασάκι της  ερωτευμένης για πάντα  νιότης μου, ακουμπώ τα χέρια μου στο βρεγμένο χώμα, είναι μαλακό και παγωμένο, σαν τη θλίψη που ξετυλίγει το  κατάλευκο της  σάβανο μπροστά μου,  έτοιμη να ανοίξει την ψυχρή αγκαλιά της να με καλοδεχτεί.

Σκύβω  και οσμίζομαι  στο μαύρο χώμα του ουρανού σου, την  ανεπαίσθητη  ευωδιά του ξεραμένου αμύγδαλου που  κάποτε ήσουν.

Τα χέρια μου  είναι πουλιά  μέσα στη νύχτα που σκάβουν με τα γαμψά τους νύχια και οργώνουν τον ύπνο σου  με τα τεράστια ράμφη τους να  σκίζουν την ανελέητη βροχή και εγώ τα ενθαρρύνω, να φτάσουν πιο βαθιά, το τελευταίο και μοναδικό σου κτέρισμα   για να σου παραδώσουν, να μην νιώθουν τον πόνο , τα χέρια μου είναι μαύρα αρπαχτικά πουλιά που σκάβουν, σκάβουν, σκαβουν…
Image

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s