Η μέρα που γυρίσαμε το χρόνο πίσω

Η μέρα που γυρίσαμε το χρόνο πίσω

Σάββατο βράδυ λοιπόν και είμαστε  σχεδόν όλοι εκεί.

Γιορτινά χαμόγελα φοράμε όπως τότε στις σχολικές μας εκδρομές, τριάντα χρόνια πριν.

Ήταν τα ξένοιαστα χρόνια της αθωότητας μας, αυτά που μας είχαν φέρει τον έναν στον άλλον κοντά και μας έδεσαν σε περίεργους  κόμπους που παρέμειναν άλυτοι για χρόνια.

Τα μυστικά των πρώτων μας ερώτων  που σήμερα αναδύονται ξανά μπροστά στα  μάτια μας, με την πατινα του χρόνου περασμένη πάνω τους και χρωματίζουν για άλλη μια φορά τη μνήμη μας με ξεχασμένες αγαπημένες εικόνες, η ανάγκη της επιβεβαίωσης μας μέσα στα μάτια αυτών που είχαμε κάποτε επιλέξει να φυλάνε κρυφές όλες  τις εφηβικές  μας  ανασφάλειες, οι φίλοι μας, όσοι μας πίστεψαν, όσοι μας πρόδωσαν, ανταμωμένα όλα σήμερα εδώ.

Η αγκαλιά μας γεμίζει από σώματα που έχει καταγράψει η μνήμη μας, σώματα που άλλαξαν στο χρόνο  αλλά παραμένουν ακόμα γνώριμα , κλείνουμε τα μάτια μας σε κάθε αγκαλιά και αναπνέουμε την ίδια μυρωδιά, την  αίσθηση του κολλαριστού γιακά της  σχολικής ποδιάς στο μάγουλο μας, τα ίδια ατίθασα μαλλιά στο χάιδεμα του κεφαλιού.

Σε κάποια κοριτσίστικα ακόμα μάγουλα, τα πρώτα δάκρυα της συνάντησης  βλέμματα υγρά, παρατηρούν και ονειρεύονται  ,εκείνο το σκουρόχρωμο ψηλό αγόρι  που τότε τυραννούσε τη σκέψη σου , είναι αυτό που απέναντι σου κάθεται  με τα μαλλιά λευκά, λίγο σκεφτικός, τον κοιτάζεις στα μάτια,σαν   μάτια θλιμμένου σκύλου, μια ταραγμένη θάλασσα   μέσα τους, άραγε τι σκέφτεται  θυμάται πόσο πολύ σου έλεγε  τότε  πως σ’ αγαπούσε?

Είναι τόσο οικείο να του πιάνεις το χέρι  και σου μοιάζει τόσο αστείο, πως μπορεί  μέσα στα τριάντα αυτά χρόνια που κύλησαν στις διαφορετικές ζωές σας,  η κίνηση τώρα να έχει την αυτή την αίσθηση, ν’ αναγνωρίζονται, τα χέρια,  το άγγιγμα  είναι γνωστό, όπως και η θέρμη τους.

Πόσο αλλάζουν οι άνθρωποι τελικά, αναρωτιέσαι,  πόσο μεγάλη διαδρομή κάνουμε  γυρίζοντας τη ζωή μας  σε κύκλους?

Αυτό το κορίτσι δίπλα μου, που φορούσε  το χειμώνα  πάντα ένα πλεχτό  γιλεκακι πάνω από την ποδιά της, που είχε το  θρανίο της γεμάτο με καρδουλες ζωγραφισμένες  σε όλα τα μεγέθη, που σαν μιλούσε   ακούγονταν  καμπανούλες  καμωμένες θαρρείς από εξωτικά  πολύχρωμα λουλούδια , τέτοια γλύκα είχε η φωνή της, αλλά και όλα όσα είχε μέσα στο μυαλό της για να πει, γύρω της περπατούσαμε  όλοι σαν υπνωτισμένοι,  ανίκανοι να πιστέψουμε την αδυναμία της να πατήσει στη γη, με τα υγρά  μελένια μάτια  της πάντα ένα βήμα πριν το δάκρυ  στα μικρά  και  μεγάλα της ψυχής της ερωτηματικά ,  πόσο άλλαξε στ’ αλήθεια?

Οι μικρές ρυτίδες στις γωνιές των ματιών της δεν μπορούν να κρύψουν  το ακόμα παιδικό της βλέμμα  όπως τότε, ούτε τον κύκλο  ζωής που σταθερά επέλεξε  να συνεχίσει να ζει, με έναν εξαγνισμένο ρομαντισμό που ξορκίζει όλους τους δαίμονες της δυστυχίας της και τους μεταμορφώνει με την αέρινη δυναμική της σε φιγούρες  παραμυθιών.

Οι αισθήσεις όλων μας έχουν οξυνθεί, αντίθετα με τη φορά του χρόνου, νιώθουμε πως έχουμε καταφέρει να τον κρατήσουμε για λίγο παγωμένο, όσο και αν τρέχουν τα ρολόγια να μας βρουν μόνους και στερημένους από αναμνήσεις που αποτύχαμε  να δημιουργήσουμε,  έχουμε ήδη αρκετές, μα η ανθρώπινη φύση είναι άπληστη, όσο άπληστα είναι και τα μάτια μας, που επαγρυπνούν σε κάθε νόημα, κάθε ανεπαίσθητη κινηση του κορμιού  στα χαμόγελα που πνιγουμε, στους ανάλαφρους κυματισμούς της αναπνοής μας, στην προσπάθεια μας να τρυπώσουμε  ο ένας στον μυαλό του άλλου  αναζητώντας μια λυτρωτική αλήθεια για τον εαυτό μας, την εικόνα μας, για  τα χρόνια που αφήσαμε να μας προσπεράσουν χωρίς  την επιτακτική ανάγκη που είχαμε όταν ήμασταν ακόμα παιδιά, την ανάγκη να είμαστε μαζί.

Ο χρόνος ανάμεσα μας, μας έκρινε επιεικώς αθώους στην  οργανωμένη αμέλεια μας για την επιστροφή   στα χρόνια της κοινής  μας  αθωότητας , μα όσοι ακόμα απομείναμε  να κοιταζόμαστε  στα μάτια αναγνωρίζουμε ,πως τα επιχειρήματα  μας ηταν σαθρά,  λάβαρα που ανεμίσαμε για λίγο σε παγωμένους ανέμους, βότσαλα που κρατήσαμε σε γυάλινο μπουκάλι εις ανάμνησιν  στιγμών που νιώσαμε ευτυχισμένοι.

Δεν μας κάλεσε ο καιρός, μας ένωσε ξανά η στιγμή, μια συμπαντική συγκυρία  σε  μια τρύπα  που έσκισε  το  χρόνο, η πόρτα που άνοιξε για να βρουν διέξοδο τα αμέτρητα ερωτηματικά και συναισθήματα που  σφυροκοπούν με μανία το μυαλό μας.

Κρατώντας τον διπλανό μας από το χέρι  με την άνεση της αφής που αναγνωρίζει  αυτό  το  παιδικό άγγιγμα , το κεφάλι γέρνει  ν’ ακουμπήσει στον ώμο του, στήριγμα όπως παλιά και τώρα στους αναστεναγμούς μας, τώρα που η πρώτη φούρια της ανυπόμονης καρδιάς μας έχει κοπάσει και χόρτασε η  πεινασμένη μας ματιά, λίγο πριν σβήσει  το  όμορφο όνειρο που μοιραστήκαμε απόψε  σε μια βραδιά που να χωρέσουν τόσα λόγια, πως να κρατηθούν τα στόματα από το να φωνάξουν την αγάπη  αυτό που ήταν  αυτό που πέταξε, αυτό που περιμένει να γεννηθεί, από μια κοινή φωνή, μια υπόσχεση που άργησε να έρθει, ανταμωμένοι ξανά, και στη ζωή, όλοι μαζί…

(Αφιερωμένο σε όλους τους συμμαθητέςhand-in-hand και συμμαθήτριες της τάξης 1984, καθώς και στην καθηγήτρια Τσιτούρη Ελένη)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s