τα ντολμαδακια της γιαγιας μου

Τα ντολμαδάκια της γιαγιάς μου

Η γιαγιά μου γεννήθηκε στην Πόλη και  στη Θεσσαλονίκη πάτησε το πόδι της για πρώτη φορά, όπως και αναρίθμητου  συμπολίτες  της, το 1922, μετά  τα γνωστά σε όλους μας γεγονότα.

Αποφοίτησε από το <εν Θεσσαλονίκη Διδασκαλείον Θηλέων της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως > με βαθμό απολυτηρίου 8, 49, λίαν καλώς και διορίστηκε δασκάλα λίγα χρόνια μετά.

Ανάμεσα στα  μαθήματα που διδάχτηκε  ήταν και η καλλιγραφία.

Τα ντελικάτα γράμματα που ζωγράφιζε η για για μου στο χαρτί όταν έγραφε, αποτελούσαν μικρά έργα τέχνης. Τοσο όμορφα  τόσο στρωτά και τόσο περίπλοκα πλεγμένα, αλλά απολύτως  κατανοητά  ακόμα και για ένα μικρο παιδί  όπως θυμάμαι τον εαυτό μου τότε να τα χαζεύει με τις ώρες πάνω σε βιβλία που έφεραν τις αφιερώσεις της, σε ημερολόγια που σημείωνε τις γιορτές και στην ατζέντα που είχε περασμένα  όλα τα τηλέφωνα που χρησιμοποιούσε , με απόλυτα  αλφαβητική σειρά και με τις αντίστοιχες υποσημειώσεις.

Οι πρόσφυγες της Πολης έφεραν μαζί τους πάρα πολλές νέες για τα έως τότε δεδομένα της Θεσσαλονίκης συνήθειες, τόσο ιδεολογικές  και κοινωνικές όσο και διατροφικές.

Όσον αφορά στις γυναίκες της Πόλης,  στις Πολιτισες με τ’ όνομα,σφράγιζαν κάθε νέα γειτονιά στην οποία κατέληγαν να φτιάξουν το < κονάκι > τους , με μυρωδιές ανατολής, φτιαγμένες από μεθυστικά μπαχάρια , πιπέρια και μελιτζάνες, γλυκάνισο και παστουρμά,  κανέλα και μοσχοκάρφι.

Κάθε κανόνας έχει και την δική του εξαίρεση και σε αυτήν την περίπτωση  δυστυχώς η γιαγιά μου ήταν τελικά άριστη  μόνο στη καλλιγραφία , δεν θα την έκρινες ποτέ  Πολιτισα από την μαγειρική της δεινότητα.

Αν και προσπαθούσε, τα περισσότερα από τα μαγειρικά της κατορθώματα ήταν τροφή αντάξια  τουλάχιστον για τα αδέσποτα σκυλιά της γειτονιάς.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά το  εθιμοτυπικό  Χριστουγεννιάτικο τραπέζι της γιαγιάς  στο οποίο αναγκαστικά έπρεπε να παραστουμε με  τα αδέρφια μου, πιτσιρίκια ακόμα.

Μαγείρευε κούρκο,  κάτι που σε εμάς που ήμασταν μικροί, φάνταζε μυστηριώδες και εξωτικό, μια που δεν υπήρχε σαφής αναφορά γι αυτού του είδους το πετούμενο σε κανένα γνωστό βιβλίο που διδασκόμασταν στο δημοτικό.(πολλά χρόνια μετά απενοχοποιήθηκε  μέσα μας το πουλί αυτό, όταν ονομάστηκε ως έπρεπε, γαλοπούλα)

Αν και δεν υπήρχε πιθανότητα να φάμε κούρκο, είχαμε την πεποίθηση πως οι τηγανητές πατάτες που τον συνόδευαν  τις οποίες η γιαγιά πετύχαινε και τις έβγαζε αρκετά τραγανές θα ήταν ικανές να χορτάσουν τα παιδικά μας στομάχια.

Και έτσι περιμέναμε και οι τρεις καθισμένοι στο γιορτινό τραπέζι να τις υποδεχτούμε,   φρέσκες , τραγανές και μοσχοβολιστες  και μας έπιανε μια αφόρητη θλίψη και προσπαθούσαμε να μαζέψουμε τη  σκανδαλιάρα μύξα  που έτρεχε από τη μύτη μας μόλις αντικρίζαμε την κόκκινη  πηχτή σάλτσα που η γιαγιά είχε ρίξει την τελευταία στιγμή επάνω τους.

Γυρνούσαμε σπίτι νηστικοί , η μαμά μας έβαζε μερεντα  ή μαρμελάδα με ψωμί να φάμε και θυμώναμε με τη γιαγιά  με την επιμονή της για την κόκκινη σαν αίμα σάλτσα,  με  τη μαμά που μας υποχρέωνε να πάμε  με τον μπαμπά που έτρωγε τον κούρκο, με όλα τα πετούμενα που μαγειρεύονται και δεν τρώγονται.

Κάθε τραπέζι της γιαγιάς μου , έτσι έμοιαζε από λίγο, έως πολύ  σχεδόν όλα της τα φαγητά ήταν  όπως τα αυγά kinder έκπληξη  ποτέ δεν ήσουν σίγουρος  γι το τι θα έτρωγες, αν το έτρωγες τελικά.

Όλα, εκτός από τα ντολμαδάκια.

Έλεγε λοιπόν  θα κάνω ντολμαδάκια, το ανακοίνωνε  Το δούλευε μεσα στο μυαλό της, δεν το έπραττε ποτέ μονομιάς, δεν ήταν απόφαση δηλαδή θα τα κάνω σήμερα ή αύριο, έλεγε, απλά θα κάνω.

Και  όλη η γειτονιά έμπαινε σε διαδικασία αναμονής, ακόμα και οι γάτες σκουντουφλούσαν νιαουρίζοντας  στην πόρτα της, μόνο με τη σκέψη της να φτιάξει τα ντολμαδάκια.

Έπρεπε  μετά να βρει τα κατάλληλα αμπελόφυλλα  να είναι στην εποχή τους, να μην είναι ραντισμένα, να μην είναι τραχιά, ούτε σκληρά, είχε κριτήρια που δεν τα διαπραγματευόταν. Κάποιες φορές από την ανακοίνωση ως την πραγμάτωση της περνούσαν δέκα μέρες!

Όταν τα ντολμαδάκια της όμως ήταν έτοιμα,  καταλαβαινόταν  αμέσως. Ο αέρας σκορπούσε τη μυρωδιά τους τετράγωνα μακριά, οι  περαστικοί κοντοστέκονταν  έξω από την πόρτα της και οσφραίνονταν σαν κυνηγάρικα σκυλιά,  ο ταχυδρόμος παρατούσε  κάτω το ποδήλατο και έτρεχε να της ετοιμάσει ένα μπουκέτο  λουλούδια πρόχειρα μαζεμένα από μια ξένη αυλή, οι γυναίκες σταματούσαν το άπλωμα στην ταράτσα και με την μύτη  δείκτη γύριζαν τα κεφάλια τους προς το μέρος αυτής της θεσπέσιας  μυρωδιάς.

Αυτή ήταν η μοναδική ανταμοιβή όσων  απλά τα είχαν μυρίσει, χωρίς να τα γευτούν   γιατί σαν έφτανες εκεί, δεν είχες λόγια να περιγράφεις τη γλύκα τους, τα αρώματα που κατελκυζαν τον ουρανίσκο σου, την απλότητα της ισορροπίας  των γεύσεων,  την  ένταση των ταιριασμένων μυρωδικών,  κάθε μικρή μπουκιτσα και ένας παράδεισος απόλαυσης.

Ήμασταν τότε ευτυχισμένοι.

Έχω ψάξει πολύ και παντού για να βρω ντολμαδάκια που να θυμίζουν σε γεύση αυτά της γιαγιάς μου, από τα πιο απλά που έχουν συντροφεύσει κάθε μας ημερησία εκδρομή, ντολμαδάκια gourmet σε πανάκριβα εστιατόρια, ντολμαδάκια σπιτικά από φίλες ή μαμάδες φίλων, ντολμαδάκια μπεσαμελ, ακόμα και τα ντολμαδάκια της μαμάς μου.

Αν μπορούσα να ρωτήσω τη γιαγιά μου είμαι σίγουρη πως θα μου έλεγε αυτό που της άρεσε να επαναλαμβάνει συχνά, πως απλά αν κάνεις κάτι καλά, με αγάπη θα το κάνεις τέλειο.

Ίσως τελικά  στη γιαγιά μου άρεσε να φτιάχνει μόνο ντολμαδάκια και αυτό ήταν που τα έκανε τέλειαdolmadakia-gialantzi.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s